Χαρακτηρίζεται από πολλούς ως μετρ της τακτικής ή μέγας οπορτουνιστής. Ο Ερντογάν έχει συμμαχήσει με την Ευρωπαϊκή Ενωση εναντίον του στρατιωτικού και δικαστικού κατεστημένου, για να συγκροτήσει έπειτα ένα καθεστώς αυταρχισμού και ανελευθερίας της έκφρασης. Εκανε το μεγαλύτερο άνοιγμα στο κουρδικό στοιχείο με αναγνώριση των πολιτιστικών και αυτοδιοικητικών του δικαιωμάτων εναντίον των κεμαλικών κομμάτων, ανατρέποντας στη συνέχεια άρδην την πολιτική αυτή, εξαπολύοντας μια από τις πιο βάρβαρες εκστρατείες καταστολής της κουρδικής πολιτικής παρουσίας. Συμμάχησε με το ευσεβιστικό, ισλαμικό κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν, για να το κατηγορήσει έπειτα ως τον βασικό συνωμοτικό μηχανισμό πίσω από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016.
Από τη μια μεριά διευκόλυνε τη διέλευση των μαχητών του ISIS και άλλων τζιχαντιστικών οργανώσεων, τους οποίους χρησιμοποιεί εναντίον των Κούρδων της Συρίας και από την άλλη κατάφερνε να συνεννοείται με τον Πούτιν, βασικό υποστηρικτή του Ασαντ για τη διαμόρφωση εντός του συριακού εδάφους μιας ζώνης υπό τον έλεγχο της Τουρκίας σε όλο σχεδόν το μήκος των τουρκο-συριακών συνόρων. Κατάφερε με μια εναλλαγή σκληρής αντιδυτικής ρητορικής και ανατολίτικου παζαριού στα παρασκήνια να μετατρέψει την παρουσία τρεισήμισι εκατομμυρίων προσφύγων στο τουρκικό έδαφος σε γεωπολιτικό πλεονέκτημα και μηχανισμό πίεσης προς τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Τέλος, από τη μια πλευρά εκμεταλλεύεται στο έπακρο τον αντι-αμερικανισμό της τουρκικής κοινωνίας και από την άλλη αντιλαμβάνεται πλήρως τον «εμπορικό» (transactional) χαρακτήρα της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ και προσαρμόζει το ανατολίτικο παζάρι αναλόγως.
Ακόμη και στις πιο σκληρές φάσεις του Ψυχρού Πολέμου η Τουρκία κατάφερνε να έχει σημαντικές σχέσεις με την Σοβιετική Ενωση παρότι αποτελούσε πυλώνα της νατοϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην περιοχή. Ποτέ όμως άλλοτε δεν είχαμε τόσες αλλαγές κατευθύνσεων και τόσες φαινομενικά αντιφατικές τακτικές κινήσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Η πολιτική Ερντογάν χαρακτηρίζεται από τρία στοιχεία που δεν υπήρχαν στις κυβερνήσεις των κεμαλικών πολιτικών δυνάμεων.
Το πρώτο είναι ο έντονος φόβος πολιτικής επιβίωσης που χαρακτηρίζει τον Ερντογάν. Οι κεμαλικές πολιτικές δυνάμεις ήταν προϊόν των μετακεμαλικών μηχανισμών εξουσίας, υπό την προστασία του στρατού και του δικαστικού σώματος και δεν αισθάνονταν τον φόβο της επιβίωσης μέχρι τουλάχιστον την κυριαρχία του Ερντογάν. Ο Τούρκος πρόεδρος προέρχεται από έναν πολιτικό χώρο, του οποίου οι ηγέτες είτε απαγχονίστηκαν, είτε φυλακίστηκαν, είτε βρέθηκαν με συνοπτικά πραξικοπήματα εκτός εξουσίας και αυτή η εμπειρία έχει σημαδέψει την πολιτική του συμπεριφορά.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η μεταβατική φάση στην οποία βρίσκεται το διεθνές σύστημα. Σήμερα, τα στοιχεία που συνθέτουν το παγκόσμιο και περιφερειακό σκηνικό έχουν αλλάξει άρδην. Η υπερδύναμη επιθυμεί να αποσύρει μεγάλο μέρος δυνάμεων και πόρων από περιοχές του κόσμου, περιλαμβανομένης της Μέσης Ανατολής και της Ανατ. Μεσογείου, αναδιατάσσοντάς τις στην περιοχή του Ειρηνικού και της Ανατολικής Ασίας. Η Ε.Ε. ως περιφερειακό σχήμα συνεργασίας και ενσωμάτωσης βρίσκεται σε κρίση μετά την ατυχή διαχείριση των χρεοκοπιών του Νότου, του μεταναστευτικού αλλά και του Brexit. Η Κίνα διεκδικεί την παγκόσμια οικονομική ηγεσία αλλά αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να εκπληρώσει προσδοκίες ασφάλειας χωρών που δεν βρίσκονται στην άμεση περιφέρειά της. Αυτό δίνει το περιθώριο σε περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία, η Ρωσία, το Ιράν να διεκδικήσουν ρόλο ηγεμονικής δύναμης.
Το τρίτο στοιχείο είναι η ανάπτυξη του ισλαμικού εθνικισμού ως βασικής ιδεολογίας του ερντογανικού προγράμματος. Η αλλαγή της Τουρκίας προς ένα πρότυπο ισχυρής χώρας με μια κοινωνία όπου θα κυριαρχούν ισλαμικοί ευσεβιστικοί κανόνες και με μια οικονομική ανάπτυξη που ακολουθεί τον σκληρό νεοφιλελευθερισμό, θεωρείται από τον ισλαμικό εθνικισμό, όχι απλά μια πολιτική διακήρυξη αλλά ένα θεϊκό σχέδιο για την Τουρκία και τους Τούρκους. Κάθε πράξη και πολιτική κρίνεται στο κατά πόσο συνάδει με το θεϊκό σχέδιο. Η ιδεολογία αυτή βοηθά τον Ερντογάν να διαμορφώνει την εικόνα ηγέτη που ξεπερνά τα τουρκικά σύνορα και μπορεί «εκπροσωπήσει» τον μουσουλμανικό ακόμη και όλο τον μη δυτικό κόσμο σε μια εποχή που δεν υπάρχουν Νάσερ, Μπεν Μπέλα, Νεχρού, Σουκάρνο και Αραφάτ. Σε τελευταία ανάλυση, ο Ερντογάν πρέπει, για να επιβιώσει, να αναμετρηθεί με τη βαριά σκιά του Ατατούρκ και να την ξεπεράσει.
*αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών
