ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βίκυ Καπετανοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις… δύο Πολωνίες που ενυπάρχουν στην πολωμένη χώρα κατέδειξε παραστατικά το οριακό αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου των προεδρικών εκλογών, οι οποίες επρόκειτο να γίνουν τον Μάιο, αναβλήθηκαν με το ζόρι λόγω κορονοϊού και οδήγησαν τελικά στην ισχνότερη προεδρική νίκη από το τέλος του κομμουνισμού το 1989. Με καταμετρημένο το 99,97% των ψήφων, οι κάλπες της Κυριακής ανέδειξαν νικητή με 51,21% τον νυν Πολωνό πρόεδρο, Αντρέι Ντούντα: τον εκλεκτό του υπερσυντηρητικού εθνικιστικού κυβερνώντος κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS), που είχε λάβει και την έμμεση πλην σαφή στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ. Από τους πρώτους δε που έσπευσαν να τον συγχαρούν ήταν ο σύμμαχος και ομοϊδεάτης πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπαν.

Την ήττα του -παρά το εντυπωσιακό ποσοστό 48,79% που κατέκτησε και ενδέχεται να λειτουργήσει ως εκλογική παρακαταθήκη για το μέλλον- αναγνώρισε ο φιλελεύθερος αντίπαλος του Ντούντα, πρώην ευρωβουλευτής και νυν δήμαρχος της Βαρσοβίας Ραφάλ Τρσασκόφσκι, που υποστηρίζεται από το κεντρώο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης Πλατφόρμα Πολιτών. Στους ψηφοφόρους του συγκαταλέγονται κυρίως νεαροί σε μεγάλα αστικά κέντρα στις δυτικές περιοχές της χώρας. Αντίθετα, η εκλογική βάση του Νούντα αποτελείται από μεγαλύτερους ηλικιακά πολίτες σε μικρές πόλεις και χωριά της περιφέρειας, όπου η γενναιόδωρη κοινωνική πολιτική του PiS κι η συνακόλουθη μείωση της φτώχειας (τουλάχιστον στα χαρτιά) σε συνδυασμό με τις εθνολαϊκιστικές του θέσεις βρίσκουν έρεισμα τα τελευταία χρόνια.

Απέλπιδες καταγγελίες

Η οριακή διαφορά ωστόσο, καθώς και οι καταγγελλόμενες εκλογικές παρατυπίες (π.χ. ότι ομογενείς, που αναμενόταν να ψηφίσουν «δαγκωτό» Τρσασκόφσκι, δεν έλαβαν έγκαιρα τα απαραίτητα έγγραφα για να συμμετάσχουν στις εκλογές από το εξωτερικό) δεν αποκλείεται να οδηγήσουν σε δικαστικές προσφυγές – για την τιμή των όπλων πιθανότατα, αφού ο θεσμός της δικαιοσύνης όπως και τα περισσότερα ΜΜΕ στη χώρα βρίσκονται υπό τον ασφυκτικό έλεγχο της κυβέρνησης. Εξ ου και η Ε.Ε. εγκαλεί την Πολωνία (όπως αντίστοιχα και την Ουγγαρία) για ευθεία υπονόμευση του κράτους δικαίου.

Μια από τις λιγοστές φιλελεύθερες πολωνικές εφημερίδες, η Gazeta Wyborcza, συλλέγει ήδη στοιχεία για παραβάσεις στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, που σημαδεύτηκε από «ψέματα, μίσος, κατάχρηση εξουσίας» και κραυγαλέα προπαγάνδα ειδικά στα κρατικά μέσα ενημέρωσης υπέρ του «πατριώτη» Ντούντα και ενάντια στον «εξτρεμιστή» Τρσασκόφσκι. «Οπως ακριβώς στο υπουργείο Αλήθειας του Οργουελ, τα ΜΜΕ του PiS προμόταραν τη λατρεία στον Ντούντα, εκτοξεύοντας λάσπη στον Ραφάλ Τρσασκόφσκι» σχολίαζε χαρακτηριστικά στο χθεσινό της φύλλο. «Κόντρα όμως στον μηχανισμό ψεμάτων, το δημοκρατικό στρατόπεδο απέδειξε πως το μισό της κοινωνίας σκέφτεται: “ΟΧΙ, έχουμε ανεχτεί αρκετά!”».

Ο ίδιος ο Πολωνός πρόεδρος άλλωστε επιχείρησε συστηματικά να δαιμονοποιήσει τον αντίπαλό του, κατηγορώντας τον μεταξύ πλείστων άλλων πως εκπροσωπεί ξένα συμφέροντα, εναντιώνεται στις αξίες της Kαθολικής Eκκλησίας και της οικογένειας, ενώ υπερασπίζεται τα δικαιώματα της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ, το κίνημα της οποίας είναι μια «ιδεολογία» χειρότερη κι από τον κομμουνισμό, όπως ισχυρίστηκε εξωφρενικά ο Ντούντα! Ο Τρσασκόφσκι από την πλευρά του βάσισε την προεκλογική του καμπάνια στην ανοχή, τη φιλελευθεροποίηση και τη βελτίωση των σχέσεων με την Ε.Ε., υποσχόμενος λόγου χάρη να θέτει προεδρικό βέτο σε όσες αμφιλεγόμενες κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις θεωρεί πως βλάπτουν τη χώρα.

Τώρα ωστόσο η επικράτηση του Ντούντα και η παραμονή του στον προεδρικό θώκο για άλλη μια πενταετία δίνει στο PiS «ουσιαστικά απόλυτη ελευθερία» μέχρι τις επόμενες βουλευτικές εκλογές το 2023 «να ξεφορτωθεί τα όρια στην εξουσία του και να εργαστεί προς το να καταστρέψει τους ανεξάρτητους θεσμούς της Πολωνίας, όπως το δικαστικό σώμα ή τα μέσα ενημέρωσης», επισημαίνει ο Ζέλικε Τσάκι, ειδικός σε θέματα Κεντρικής Ευρώπης στην οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Freedom House που μίλησε στο Associated Press. Πέρα από τον κοινωνικό διχασμό για τους δεσμούς της χώρας με την Ε.Ε. και τα ζητήματα δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπως η άμβλωση, το κυβερνών κόμμα και κατ’ επέκταση ο Ντούντα (που βρίσκονται στην εξουσία από το 2015) πόνταραν εν τέλει όχι μόνο στην πρόκληση φόβου αλλά και στην… τσέπη ιδιαίτερα των ηλικιωμένων πολιτών, καθώς η κυβέρνηση, πέρα από την πληθωρική χορήγηση κρατικών επιδομάτων, έχει μειώσει την ηλικία συνταξιοδότησης κι έχει εγκαινιάσει τη λεγόμενη «13η σύνταξη». Κι όπως αποδείχτηκε τους βγήκε, έστω και στο νήμα.