«Το έτος 2020 κάποιοι φτωχοί άνθρωποι στην πόλη Γιουχάν της Κίνας έφαγαν νυχτερίδες και λίγο αργότερα ολόκληρος ο πλανήτης μπήκε σε καραντίνα. Αυτό ήταν ένα σημείο καμπής. Ενα σημείο χωρίς επιστροφή. Η ζωή, ο κόσμος όπως είχε διαμορφωθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, επρόκειτο να τελειώσει».
Κάπως έτσι θα περιγράφει ο ιστορικός του μέλλοντος την εποχή της πανδημίας του COVID-19, που έβαλε τέλος σε έναν πολιτισμό που οι άνθρωποι ενδιαφέρονταν μόνο για τα ποταπά και τα άχρηστα. Εναν πολιτισμό που σκότωνε σιγά σιγά τον πλανήτη, τα ζώα, τον ανθρωπισμό, τις αξίες, τη δημοκρατία. Εναν πολιτισμό που τελικά από τον σχεδιασμό του έλειπε και ο ίδιος ο άνθρωπος.
Ωστόσο κάποιοι «ενοχλητικοί» προειδοποιούσαν ότι η κοινωνία είναι ένα καζάνι που βράζει λόγω μιας αποτυχημένης παγκόσμιας οικονομίας που δημιουργεί πολλαπλές κρίσεις. Οικονομικές, περιβαλλοντικές, προσφυγικές, πολιτικές και εσχάτως υγειονομικές. Αυτά τα μαύρα σύννεφα που αδυνατούσε να δει το παγκόσμιο πολιτικό σύστημα τα έπιαναν οι ευαίσθητες και καλλιεργημένες κεραίες των ανθρώπων της τέχνης. Κάπως έτσι προέκυψε το καλλιτεχνικό πρόγραμμα «Waste/d» της Προσωρινής Ακαδημίας Τεχνών (ΠΑΤ).
Το πρότζεκτ
«Η συζήτηση για το “Waste/d” ξεκίνησε σε φιλική ατμόσφαιρα σ’ ένα μπαράκι στο κέντρο της Αθήνας πέρυσι το καλοκαίρι και αφορούσε τη δουλειά του καλλιτέχνη που πολλές φορές, επειδή δεν κεφαλαιοποιείται, δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που ονομάζουμε οικονομικά βιώσιμο, πάει στα σκουπίδια. Ομως από τη στιγμή που μια καλλιτεχνική δουλειά αφήνει πίσω της και το παραμικρό “ίχνος” θεωρώ ότι δεν είναι “σκουπίδι”, δεν είναι για πέταμα» θα μου πει η επιμελήτρια της ΠΑΤ, Ελπίδα Καραμπά, κατά τη διάρκεια της βιβλιοπαρουσίασης της έκδοσης «Waste/d», που πραγματοποιήθηκε στην ταράτσα του ανακαινισμένου κτιρίου του Goethe-Institut Athen στην οδό Ομήρου και με την οικονομική στήριξή του.
«Στο project “waste/d” μας ενδιαφέρει το “σκουπίδι” όχι μόνο με την οικολογική σημασία του όρου αλλά και από πράγματα που πάνε χαμένα, όπως για παράδειγμα μια καλλιτεχνική δουλειά, όπως είπε και η Ελπίδα, μέχρι το θέμα των “εκκαθαρίσεων” που γίνονται σήμερα στις πόλεις» συμπληρώνει η κριτικός τέχνης Δέσποινα Ζευκιλή, αναφερόμενη στους άστεγους, στα «ανθρώπινα σκουπίδια» που ζουν δίπλα μας και καθημερινά τους προσπερνούμε βιαστικά.
Η καραντίνα
Παρότι στην καραντίνα νιώσαμε πόσο σκληρή είναι η απομόνωση, μάθαμε πόσο σκληρός είναι ο φόβος, ο φόβος για τη ζωή μας, για τους αγαπημένους μας, για τη δουλειά μας, για το μέλλον μας, ωστόσο κανείς δεν αμφισβητεί ότι ήταν και μια ευκαιρία να σκεφτούμε πώς θέλουμε να είναι η ζωή μας. Πώς θέλουμε να είναι ο κόσμος μετά τον κορονοϊό.
«Ο Covid-19, που έβαλε σε καραντίνα ολόκληρο τον πλανήτη, αναπόφευκτα δημιούργησε ερωτήματα σχετικά με τον άνθρωπο, την καλλιτεχνική δημιουργία, την ελευθερία. Ποιο είναι το πολιτικό και οικονομικό διακύβευμα; Ποια είναι τα θέματα που θα μας απασχολήσουν στην παρούσα κρίση; Μπορούμε να διεκδικήσουμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο; Ποιο είναι το “απόβλητο” της συνθήκης που ζούμε;» αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που απασχόλησαν την ομάδα της ΠΑΤ κατά τη διάρκεια της καραντίνας και πήγαν το αρχικό πρότζεκτ «Waste/d» πολλά βήματα παραπέρα.
«Στην καραντίνα θέλαμε να αντισταθούμε στην ανάγκη μας να είμαστε υπερπαραγωγικοί και επιδιώξαμε να είμαστε απλά δημιουργικοί και ουσιαστικοί» θα μου πει η Ελπίδα Καραμπά, εξηγώντας μου ότι η έκδοση αυτή αποτελεί προϊόν όχι αναγκαιότητας αλλά χαλαρότητας και κοινωνικότητας. Και αυτό που κατάλαβα είναι ότι η δουλειά αυτή είναι αποτέλεσμα ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των καλλιτεχνών της ΠΑΤ. Μιας επικοινωνίας που είχαμε την ευκαιρία να δούμε σε αρκετά καλλιτεχνικά πρότζεκτ κατά τη διάρκεια της καραντίνας. Ενδεικτικά αναφέρω το «The Day After Coronavirus» από το Ethical Ode.cοm και το πρότζεκτ How To, στο πλαίσιο του Common Lab, από το ARTBox στη Θεσσαλονίκη. Πρότζεκτ που έχουν ως στόχο να αντιστρέψουν την κυρίαρχη ηθική που θέλει τους αδύναμους να χάνονται και τους ισχυρούς να επιβιώνουν, που προτάσσουν τον υπαρξιακό ανθρωπισμό που θέλει ο ένας να φροντίζει τον άλλο, αφού η ζωή μας είναι μικρή και πολύτιμη.
Οι καλλιτέχνες
Η ΠΑΤ προσκάλεσε πους καλλιτέχνες να παρουσιάσουν «παρατημένα» ή μη ολοκληρωμένα έργα τους. Οι εικαστικοί δεν θέλουν να διαχωρίσουν το θεωρητικό κομμάτι της δουλειάς τους από το καλλιτεχνικό και μου εξηγούν τι κρύβεται πίσω από αυτό που βλέπω στις βιντεοπαρουσιάσεις. Το πρότζεκτ με γενικό τίτλο «Σεζόν» είναι αποτέλεσμα της πρόσφατης καλλιτεχνικής έρευνας της Δήμητρας Κονδυλάτου, που επιχειρεί να καταγράψει επισκιασμένες όψεις του ελληνικού τουρισμού. Η θεωρητική και επιτόπια έρευνά της αποτελεί τη βάση για τρία επιμέρους πρότζεκτ κινούμενης εικόνας που αναπτύσσονται μέσα από τη σύνθεση στοιχείων ρεαλισμού και μυθοπλασίας. «Σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, το ποσοστό των εργαζομένων που απασχολούνται στον τουρισμό στην Ελλάδα είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
Οι γυναίκες απασχολούνται κατά πλειονότητα σε συγκεκριμένα επαγγέλματα που σχετίζονται με την αναπαραγωγική και συναισθηματική εργασία, για τα οποία δεν προαπαιτείται μια σχετική εκπαίδευση ή εξειδίκευση. Θεωρούνται a priori κατάλληλες γι’ αυτές τις θέσεις λόγω στερεότυπων που συνδέονται με την έμφυλη ταυτότητά τους. Το πρότζεκτ αυτό θέτει διάφορα ερωτήματα σχετικά με τις εργασιακές συνθήκες και σχέσεις, καθώς και με την άυλη ποιότητα της φιλοξενίας, της φροντίδας και της οικειότητας, όπως διαμορφώνονται σε μια εμπορευματοποιημένη και αισθητικοποιημένη προσομοίωση του οικιακού χώρου, δηλαδή τα τουριστικά καταλύματα» θα μου πει η εικαστικός Δήμητρα Κονδυλάτου σχετικά με το έργο της που παρουσιάζεται στο «Waste/d».
Το έργο «Objects Lessons: For all Party Οccasions» της Νατάσσας Μπίζα είναι μια έρευνα και καταγραφή που έγινε σε 3.000 αντικείμενα που βρίσκονταν για πολλά χρόνια ξεχασμένα στις αποθήκες του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. «Τα αντικείμενα αυτά έφτασαν στην Ελλάδα από την Αμερική στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ και προορίζονταν για την ελληνική επαρχία -αλλά δεν έφτασαν ποτέ εκεί.
Το παράδοξο ήταν πως η “συλλογή” των αντικειμένων αποτελούνταν από ένα πλήθος σκευών μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής, κουπάτ μπισκότων, φόρμες για κέικ, μπεν μαρί, θερμόμετρα καραμέλας και πλήρη σερβίτσια σε ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων ιδιαίτερα “πολυτελών” για την ελληνική πραγματικότητα» μου λέει η Νατάσσα Μπίζα.
Η εικαστικός, θέλοντας να αναδείξει τη διαφορετική ελληνική πραγματικότητα με την ανθρωπιστική κρίση που υπήρχε στη μεταπολεμική Ελλάδα, σε αντίθεση με την ευμάρεια του αμερικανικού νοικοκυριού, ερευνά τις προθέσεις του Σχεδίου Μάρσαλ για την προώθηση νέων καταναλωτικών συνηθειών που ανιχνεύονται στο «αμερικάνικο όνειρο», ένα «όνειρο» που είναι το εξαγώγιμο προϊόν της υπερδύναμης.
Στο πρότζεκτ «Is there any oversight on Ocalan?» ο εικαστικός Βαγγέλης Βλάχος διερευνά τη σύλληψη του Οτσαλάν, του ιδρυτή του PKK, στο Ναϊρόμπι, στις 15 Φεβρουαρίου του 1999, ενώ κατευθυνόταν από την κατοικία του Ελληνα πρέσβη προς το αεροδρόμιο απ’ που θα πετούσε για την Ολλανδία προκειμένου να ζητήσει πολιτικό άσυλο. Ολα αυτά σε μια στιγμή που η Ελλάδα προσπαθούσε να πληροί τις προϋποθέσεις για ένταξη στο νέο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα.
Η εικαστικός Γιώτα Ιωαννίδου με το πρότζεκτ «Stratagem» διερευνά τις συνέπειες για την ελληνική κοινωνία της αποβιομηχανοποίησης της χώρας και της μετεγκατάστασης των εργοστασίων σε χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης προκειμένου να εξασφαλίσουν φτηνό εργατικό δυναμικό.
Η ειρωνεία είναι ότι την ώρα που στο Ινστιτούτο Γκαίτε στην Αθήνα παρουσιαζόταν η έκδοση «Waste/d», οι ηγέτες των κρατών-μελών της Ε.Ε. συνεδρίαζαν στις Βρυξέλλες για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας χωρίς να μπορούν να βρουν κοινό τόπο. Ωστόσο οι Ευρωπαίοι πολίτες μέσω των καλλιτεχνικών οργανισμών έχουν στείλει το μήνυμα για τον κόσμο που διεκδικούν στη μετά τον κορονοϊό εποχή. Εναν κόσμο δίκαιο. Εναν κόσμο που να ευημερεί και να προοδεύει. Εναν κόσμο που να παράγει πολιτισμό, ευτυχία και σκοπό. Εναν κόσμο ευγένειας, αγάπης και αλληλεγγύης. Αυτό τον κόσμο δεν τον εξασφαλίζουν τα χρήματα αλλά οι κοινές ευρωπαϊκές αξίες. Τα χρήματα είναι απλά το μέσον.
