ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κείμενα - Επιμέλεια: Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οταν ο Γάλλος φιλόσοφος και αναλυτής της διεθνούς πολιτικής σκηνής, ο Ρεϊμόν Αρόν, διαπραγματευόταν σε επίπεδο πολιτικής επιστήμης και πολιτικής κοινωνιολογίας το θέμα του πυρηνικού πολέμου ‒στο «Πόλεμος και ειρήνη μεταξύ των εθνών» (1961)‒, είχε προσπαθήσει να απαντήσει στο παράδοξο ερώτημα που κυριάρχησε στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου: «Πώς είναι δυνατόν να φοβηθεί κάποιος από μια απειλή της οποίας η εκτέλεση είναι αδύνατη; Για πρώτη φορά στην ιστορία οι άνθρωποι εργάζονταν για κάτι το οποίο δεν ήθελαν να πραγματοποιήσουν. Μετά τα χτυπήματα της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι τα πάντα διεξάγονταν ωσάν η ανθρωπότητα να ήταν αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει μόνον τα όπλα του χθες, συσσωρεύοντας προσεκτικά τα όπλα του αύριο».

Για το κλίμα του 1945, όμως, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Η ατομική βόμβα έδειξε μεν σαφώς ένα νέο επίπεδο καταστροφικής δύναμης, αλλά, από την άλλη, σε εκείνη τη φάση δεν ήταν παρά ένα νέο πρόσθετο πολεμικό όπλο, απλώς κάπως μεγαλύτερο από τα ήδη γνωστά. Μόνον ένας μικρός κύκλος Αμερικανών γνώριζαν εκ των προτέρων ότι η βόμβα θα τερμάτιζε τον πόλεμο και ότι κανένας δεν θα μπορούσε να της αντισταθεί. Ούτε κάποιος, σε εκείνη τη φάση, σκεφτόταν έναν Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ‒ ο οποίος έγινε ορατός έπειτα από λίγο στο Βερολίνο.

Ολοι το 1945 σκέφτονταν την επικείμενη ειρήνη. Η άρνηση της Ιαπωνίας να παραδοθεί άνευ όρων, αλλά και η συνάντηση των Συμμάχων στο Πότσνταμ αποκαλύπτουν αρκετά για το επίπεδο της ενημέρωσης των ηγετών των Συμμάχων αλλά και για το απρόσμενο μεταπολεμικό σχέδιο.

Το αίτημα ειρήνευσης της Ιαπωνίας στις 13 Ιουλίου 1945, δεν έγινε αποδεκτό. Οι ΗΠΑ και η Μ. Βρετανία ήθελαν «παράδοση άνευ όρων». Ο Χάρι Τρούμαν βρισκόταν στο Πότσνταμ, όταν έλαβε το κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα του υπουργείου Αμυνας των ΗΠΑ: «Ο τοκετός ήταν αίσιος».

Στις 16 Ιουλίου 1945 στην έρημο Αλαμογκόρντο, η δοκιμή του πρώτου απόλυτου όπλου είχε γίνει επιτυχώς. «Καταλάβαμε ότι η ζωή μας είχε αλλάξει οριστικά και ότι τίποτα πια δεν θα ήταν όπως πρώτα» (Ρόμπερτ Οπενχάιμερ). Στις 24 Ιουλίου, ο Τρούμαν ανέφερε στον Στάλιν την ύπαρξη του νέου όπλου.

«Το πληροφορούμαι με μεγάλη μου χαρά και ελπίζω να το χρησιμοποιήσετε εναντίον της Ιαπωνίας», είχε πει ο Στάλιν. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ ενδιαφερόταν κι αυτός για την αντίδραση του Στάλιν. «Μετά το πέρας της συνάντησης, ήμουν βέβαιος ότι ο Στάλιν δεν είχε ιδέα για το πόσο πολύ είχαμε προχωρήσει».

Τέλος, όπως είχε σημειώσει ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών, Τζέιμς Φ. Μπερνς, «[…] Με εξέπληξε η αδιαφορία του Στάλιν. Νόμιζα ότι τις επόμενες μέρες θα ρωτούσε περισσότερα για το νέο όπλο. Δεν το έκανε. Συμπέρανα ότι, επειδή οι Σοβιετικοί κρατούσαν μυστικά τα δικά τους εξοπλιστικά προγράμματα, δεν ήταν πρέπον να ρωτήσουν κάτι σχετικά με τα δικά μας». Από την πλευρά του, ο Στάλιν είχε αποκομίσει για την ΕΣΣΔ αρκετά. Είχε βγάλει τη χώρα του από την απομόνωση του Μεσοπολέμου, είχε σημαντικό ρόλο στη μεταπολεμική τάξη και είχε την πεποίθηση ότι ο Κόκκινος Στρατός θα μπορούσε, αν ήθελε, να φτάσει μέχρι τις ακτές του Ατλαντικού.

Η καχυποψία και όχι η ειρήνη ήταν η πανταχού παρούσα δύναμη μεταξύ Δυτικών και Σοβιετικών στο Πότστναμ. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε ήδη αρχίσει, πριν καν τελειώσει επίσημα ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Τα γεγονότα: πριν και μετά

Στον Ειρηνικό, στις 3 Αυγούστου δόθηκε η αμετάκλητη διαταγή για έναρξη της «Επιχείρησης Ντιμπλς». Στις 5 Αυγούστου απογειώθηκε από το αρχιπέλαγος των Μαριαννών το βομβαρδιστικό Β-29, το «Enola Gay» –από το όνομα της μητέρας του κυβερνήτη του– και στις 6 Αυγούστου 1945 στις 8.15 το πρωί, ρίχνει την πρώτη ατομική βόμβα ουρανίου στη Χιροσίμα. «Little Boy», την είχαν βαφτίσει οι Αμερικανοί. «Pikadon» την ονόμασαν οι επιζήσαντες, που σημαίνει «ήχος και θόρυβος». Στις 8.16 η Χιροσίμα έσβηνε από την επιφάνεια της Γης.

«Ενα εκτυφλωτικό φως γέμισε το αεροσκάφος» έγραψε ο κυβερνήτης του «Enola Gay», σμήναρχος Πολ Τίμπετς. «Γυρίσαμε και κοιτάξαμε τη Χιροσίμα. Η πόλη ήταν σκεπασμένη από ένα τρομερό σύννεφο… που ανέβαινε σαν μανιτάρι. Κανείς δεν μιλούσε. Αίφνης, όλοι άρχισαν να φωνάζουν. Κοιτάξτε, κοιτάξτε, κοιτάξτε!». Ο Τίμπετς έγραψε στο ημερολόγιό του: «Θεέ μου! Τι κάναμε;» Εφόσον δεν παραδόθηκε άμεσα η Ιαπωνία, τρεις μέρες μετά, οι Αμερικανοί με το βομβαρδιστικό Bock’s Car άφησαν πάνω από το Ναγκασάκι τον «Fat Man», τη δεύτερη βόμβα πλουτωνίου, στις έντεκα το πρωί. Το Ναγκασάκι ήταν μια επανάληψη της Χιροσίμα.

Εδώ και εβδομήντα πέντε χρόνια, μεταξύ άλλων, συζητιέται το αν έπρεπε να αναζητηθεί η λύση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη σκιά του πυρηνικού μανιταριού. Εδώ, η διεθνής βιβλιογραφία είναι εκρηκτική. Ακόμα και σήμερα οι περισσότεροι Αμερικανοί θα απαντούσαν θετικά, ότι δηλαδή έπρεπε να χρησιμοποιηθούν οι βόμβες και οι περισσότεροι Ιάπωνες θα απαντούσαν αρνητικά, ότι δηλαδή δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθούν εναντίον αμάχων. Η πλευρά του Τρούμαν, των ερευνητών του Προγράμματος Μανχάταν και των στρατιωτικών που συμμετείχαν στη ρίψη των βομβών ήταν αμετακίνητη στην επίσημη θέση: «η ατομική βόμβα έσωσε εκατομμύρια ζωές».

Η πλευρά των Ιαπώνων και, κυρίως, η πλευρά των επιζώντων, ήταν τελείως διαφορετική. Για παράδειγμα, «Τα λουλούδια της Χιροσίμα» της Εντίτα Μόρρις (εκδ. Θεμέλιο), αφηγούνται την τραγική μοίρα των hibakusha – όσων επέζησαν των βομβαρδισμών. Εζησαν κλεισμένοι στις τραγικές τους αναμνήσεις, μια ζωή ταπεινή και στερημένη· δεν μπόρεσαν να εργαστούν γιατί ήταν άρρωστοι από τη ραδιενέργεια και πέθαιναν. Ο ποταμός Οτα είναι ο μόνος τάφος που μπορούν να στολίσουν με λίγα λουλούδια εις μνήμην των δικών τους που χάθηκαν με την ανάσα του «Pikadon».

Ο Ου. Εκο –στην ορθότερη προσέγγιση που έχει γίνει μέχρι τώρα‒ είχε υποστηρίξει ότι η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι αποτελούσαν έναρξη της εποχής της οικουμενικής επικοινωνίας. Οι Δυτικοί έστειλαν ένα μήνυμα στους Σοβιετικούς: «Προσέξτε γιατί θα πάθετε τα ίδια».

Ο Αμερικανός Γκορ Βιντάλ στην ιστορική μυθοπλασία «Χρυσή Εποχή» (εκδ. Scripta, 2002) υποστήριξε, πρώτον, ότι ο πρόεδρος Φ. Ντ. Ρούσβελτ ήταν αυτός που εσκεμμένα προκάλεσε τους Ιάπωνες να επιτεθούν στο Περλ Χάρμπορ προκειμένου να μεταστραφεί η κοινή γνώμη των Αμερικανών και να συναινέσουν στην εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο, δεύτερον, ότι ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν είχε πει ψέματα όταν επιχειρηματολογούσε ότι έριξε τις βόμβες επειδή μια εισβολή στην Ιαπωνία θα κόστιζε χιλιάδες ζωές Αμερικανών.

Και, τέλος, ότι ήταν μύθος το ότι οι Σοβιετικοί ξεκίνησαν τον Ψυχρό Πόλεμο υπό την ηγεσία του παρανοϊκού εξουσιομανούς Στάλιν. Παρόμοια επιχειρηματολογία αναπτύσσει και ο συγγραφέας και πολιτικός Πάτρικ Μπιουκάναν στο πολύκροτο βιβλίο του «A Republic, Not an Empire: Reclaiming America’s Destiny» (1999). Ηταν μεγάλη γκάφα, λέει, η συμμετοχή μας στον πόλεμο. «Ο Χίτλερ δεν μας απειλούσε».

Στην πραγματικότητα η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι υπήρξαν τα φυσικά υποδείγματα οικουμενικής άσκησης πάνω στον τρόμο. Ηταν τα σύννεφα της εύθραυστης ειρήνης –για άλλους, η ισορροπία της φρίκης– όλης της ψυχροπολεμικής περιόδου. Η παγκόσμια αίσθηση ήταν ότι τα πυρηνικά όπλα θα έσωζαν τους λαούς υπό τον όρο ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν (Τζ. Φ. Κένεντι, Ρ. Μακναμάρα, Ν. Χρουστσόφ, Λ. Μπρέζνιεφ κ.ά.). Αλλωστε, ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ήταν ένας πόλεμος που ήθελε κάποιον νικητή.

Επιπλέον, Χιροσίμα και το Ναγκασάκι δημιούργησαν αποτελέσματα, πέραν κάθε φαντασίας και έξω από κάθε σχεδιασμό. Η Ιαπωνία, σχεδόν αυτόματα, προσχώρησε στον δυτικό κόσμο ως επίλεκτο μάλιστα μέλος του. Για τον Χιροχίτο δεν υπήρξε κάποιο δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου και κατά της ανθρωπότητας. Απλά έχασε την θεϊκή του ιδιότητα.

Η Γερμανία χωρίστηκε. Η Δυτική Γερμανία, μετά τις Δίκες της Νυρεμβέργης, έγινε δεκτή στη χορεία των πολιτισμένων εθνών με μια γενναία πράξη άφεσης. Η αποναζιστοποίηση ήταν κάτι πολύ σχετικό. Για την Ανατολική Γερμανία δεν ακούστηκε κουβέντα, ως προς τις ευθύνες των εκεί Γερμανών για τον πόλεμο. Το δεύτερο μισό της Γερμανίας μπήκε αυτομάτως στην πλευρά του αντιφασιστικού αγώνα και της επανάστασης.

Η Σοβιετική Ενωση απέκτησε μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και σημαντικό ρόλο πλέον στις εξελίξεις της Ευρώπης ‒ η ιδέα του τσάρου Αλεξάνδρου του 19ου αιώνα είχε υλοποιηθεί με άλλο τρόπο.

Τέλος, κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, παγιώθηκαν πολλές από τις σημερινές αδυναμίες της Ευρώπης στα θέματα εξοπλισμών, αμυντικής πολιτικής, ενισχύθηκαν οι φιλοατλαντικές πεποιθήσεις της Μεγάλης Βρετανίας και η αίσθηση της αμερικανικής προστασίας για τις μικρότερες χώρες – γεγονός που έδειχνε από τότε ότι η Ευρώπη δύσκολα θα γινόταν Μεγάλη Δύναμη.

Ετσι, για δεκαετίες, είχε δημιουργηθεί μέσω προπαγάνδας, τυχοδιωκτισμών, εκατέρωθεν απειλών και διεθνών εξαπατήσεων μια κλιμάκωση δογμάτων (από το Flexible Response στο No First Use μέχρι το Arms Control) μέσω των οποίων οι δύο Μεγάλες Δυνάμεις έδειχναν ότι κατείχαν τα μέσα για να καταστρέψουν τον κόσμο. Μέχρι να φτάσουμε στο 1989… και μετά στο 2008… (αλλά αυτά είναι άλλες ιστορίες).