Το μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων –με ορατό τον κίνδυνο διόγκωσής του αν υπάρξει επιδείνωση των μακροοικονομικών μεγεθών- και οι πιέσεις που δημιουργεί ο αναβαλλόμενος φόρος στην κεφαλαιακή δομή, είναι τα δυο μεγάλα ζητήματα για το τραπεζικό σύστημα, σύμφωνα με την Εκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΤτΕ.
Η υλοποίηση ενός σχήματος συνολικής διαχείρισης των προβληματικών στοιχείων ενεργητικού (Asset Management Company – AMC), που ήδη επεξεργάζεται η ΤτΕ, θα αποτελούσε λύση για το σύνθετο αυτό ζήτημα. Το σχήμα αυτό θα είναι συμπληρωματικό στα υφιστάμενα διαθέσιμα εργαλεία, τη μείωσή των «κόκκινων» δανείων συμπεριλαμβανομένης και της πρωτοβουλίας «Ηρακλής», τα οποία κινούνται ορθώς στη βελτίωση της ποιότητας των ισολογισμών των τραπεζών.
Ωστόσο, με το διαθέσιμο απόθεμα NPEs να προσδιορίζεται στο 37,3% (στοιχεία α’ τριμήνου του 2020), την αβεβαιότητα αναφορικά με την κλιμάκωσή του στο επόμενο διάστημα, την περιορισμένη δυνατότητα, λόγω χαμηλής κερδοφορίας δημιουργίας κεφαλαίου από τις τράπεζες, την εκτιμώμενη επιδείνωση της σχέσης της αναβαλλόμενης οριστικής και εκκαθαρισμένης φορολογικής απαίτησης (deferred tax credit – DTC) έναντι του Δημοσίου ως ποσοστού των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, αλλά κυρίως την επιτακτική ανάγκη χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας, καθίσταται σαφές ότι απαιτούνται επιπλέον ενέργειες τόσο από τις τράπεζες όσο και από την Πολιτεία. Δηλαδή, ένα σχήμα συνολικής διαχείρισης των προβληματικών στοιχείων ενεργητικού (Asset Management Company – AMC) που επεξεργάζεται η ΤτΕ και υποστηρίζει με θέρμη τον τελευταίο ενάμιση χρόνο ο διοικητής Γιάννης Στουρνάρας.
Στην έκθεση υπογραμμίζεται ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερα υψηλού αποθέματος ΜΕΔ αποτελεί περιοριστικό παράγοντα της κερδοφορίας, καθώς διατηρεί υψηλό το κόστος του πιστωτικού κινδύνου και ανάλογα το εύρος της επιβάρυνσης των τραπεζικών ισολογισμών από νέα «κόκκινα», το κόστος αυτό αναμένεται να επηρεάσει το καθαρό περιθώριο κέρδους τους στο μέλλον και συνακόλουθα να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη συνολική κερδοφορία τους.
Τον Μάρτιο του 2020, ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας διαμορφώθηκε σε 16,2%, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν ένα αξιόλογο μαξιλάρι ασφαλείας για να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις αφενός από την πανδημία και αφετέρου από την ανάγκη ταχείας μείωσης του υφιστάμενου αποθέματος ΜΕΔ.
Ομως είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits) τον Μάρτιο του 2020 ανέρχονταν σε 15,5 δισ. ευρώ αντιπροσωπεύοντας το 54% των συνολικών εποπτικών κεφαλαίων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΤτΕ στα επόμενα 4 τρίμηνα, χωρίς να ληφθούν υπόψη οποιεσδήποτε επιπτώσεις από την πανδημία, η συμμετοχή του DTC στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών θα προσεγγίσει το 75%.
Στην πράξη αυτό συνεπάγεται ότι μεγάλο μέρος των εποπτικών κεφαλαίων θα εμφανίζεται ως μη καταβληθέν (με άγνωστο το χρονοδιάγραμμα καταβολής), ενώ τα δικαιώματα ψήφου θα είναι στη διάθεση μετόχων, το κεφάλαιο των οποίων θα έχει ουσιαστικά εξαϋλωθεί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις αρχές εταιρικής διακυβέρνησης.
Το απόθεμα των ΜΕΔ στο τέλος του έτους διαμορφώθηκε στα 68,5 δισ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση 16,2% ή 13,3 δισ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2018 (81,8 δισ. ευρώ). Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της πανδημίας, αναμένεται να επιβαρύνουν εκ νέου την ποιότητα των στοιχείων του ενεργητικού των τραπεζών με τη δημιουργία νέων ΜΕΔ σε βαθμό που δεν μπορεί να εκτιμηθεί με ακρίβεια.
