ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Καπόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν καν σβήσουν οι ανταύγειες από το επικοινωνιακό πυροτέχνημα της ματαιωθείσας συνάντησης κορυφής Σερβίας – Κοσόβου στον Λευκό Οίκο με οικοδεσπότη τον Τραμπ, Γαλλία και Γερμανία δραστηριοποιούνται προς την ίδια κατεύθυνση.

Εξομάλυνση των σχέσεων Βελιγραδίου και Πρίστινας σε τι πλαίσιο και με τι κόστος;

Το ερώτημα τίθεται καθώς Σερβία και Κόσοβο φαίνεται να έχουν συμφωνήσει σε γενικές γραμμές σε ανταλλαγές εδαφών, πατώντας την κόκκινη γραμμή του απαραβίαστου των εσωτερικών συνόρων της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Ετσι, εύλογα τίθεται το ερώτημα αν η εσπευσμένη εξομάλυνση των σχέσεων Σερβίας-Κοσόβου θα γίνει μπούμερανγκ.

Αντί δηλαδή να λειτουργήσει ως ακρογωνιαίος λίθος σταθεροποίησης στα δυτικά Βαλκάνια και στη νοτιοανατολική Ευρώπη συνολικά, να πυροδοτήσει την αναζωπύρωση των εστιών έντασης στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Πρώτα από όλα ενδεχόμενη αλλαγή συνόρων στο Βόρειο Κόσοβο και στη Νοτιοδυτική Σερβία στο όνομα της εθνικής ομοιογένειας σημαίνει de facto νομιμοποίηση του αλυτρωτισμού της Μεγάλης Σερβίας και της Μεγάλης Αλβανίας.

Οι αποσταθεροποιητικές παρενέργειες μιας αλλαγής συνόρων μεταξύ Σερβίας-Κοσόβου θα γίνουν πολύ γρήγορα αισθητές τόσο στη Βόρεια Μακεδονία, όσο και στη Βοσνία–Ερζεγοβίνη.

Στα μέσα του 2020 και στη σκιά της πανδημίας η ευρωπαϊκή προοπτική των δυτικών Βαλκανίων δεν έχει πια την αίγλη και τη σταθεροποιητική αξιοπιστία που είχε στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘90, όταν πρόβαλλε ως εναλλακτική του αδιέξοδου εθνικισμού επιλογή.

Η Βουλγαρία και η Ρουμανία, πλήρη μέλη της Ε.Ε. από το 2007, δεν είχαν τη στήριξη που είχαν οι χώρες του Νότου στη δεκαετία του ‘80 και έζησαν την ένταξή τους κατά κύριο λόγο ως δεύτερο, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, σοκ προσαρμογής.

Μπορούν Γερμανία και Γαλλία και η Ε.Ε. συνολικά να εγγυηθούν έναν στο ορατό μέλλον ορίζοντα πλήρους ένταξης και πακέτα στήριξης των αναγκαίων προσαρμογών;

Χωρίς θετική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα τα δυτικά Βαλκάνια θα παραμείνουν πεδίο αντιπαραθέσεων τόσο ενδοευρωπαϊκών όσο και μεταξύ των περιφερειακών γεωπολιτικών στοχεύσεων της Κίνας, της Ρωσίας και των ΗΠΑ.