Ανδρέας Λαμπέτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από λίγες ώρες, έγινε γνωστό ότι η ηθοποιός Άννα Κοκκίνου θα πρέπει να εγκαταλείψει οριστικά το κτήριο που στεγάζει εδώ και χρόνια τον θεατρικό της βίο. Θα πρέπει να αποχαιρετήσει, φεύγοντας σαν κυνηγημένη, το απτό έργο, τις υλικές και άυλες μνήμες μιας ολόκληρης ζωής.

Η εξέλιξη αυτή, έστω και αν ήταν αναμενόμενη, δεν μπορεί παρά να προκαλέσει αισθήματα λύπης και οργής σε όλους όσοι παρακολουθούν και υποστηρίζουν την δουλειά της Άννας Κοκκίνου όλα αυτά τα χρόνια της παρουσίας της στο ελληνικό θέατρο. 

Σε ένα σκοτεινό στενό, κάτω από τους πρόποδες της Ακρόπολης, δυο βήματα από το αρχαίο θέατρο του Διονύσου του Ελευθερέως, βρίσκεται, ακόμη ζωντανό, το θέατρο Σφενδόνη. Ένα θέατρο που δημιουργήθηκε από την ίδια με το αίμα της ψυχής, την επιμέλεια και αγρύπνια του πνεύματος καθώς και τον μόχθο του κορμιού της. Βρήκε κάποτε μιαν αποθήκη δίχως στέγη, για να στεγάσει το όνειρό της.

Με προσωπικό αγώνα και με την συνδρομή εκείνων που αντιλαμβάνονταν το όραμά της, κατάφερε να ηχήσει δυνατή και ειλικρινής ανάμεσα στις βουβές πέτρες η φωνή του θεάτρου. Μοναχική και σπάνια, πορεύτηκε και πορεύεται, μελετώντας, ανακαλύπτοντας, δρώντας και σώζοντας από τη λήθη ό, τι ακριβό αξίζει να σωθεί. Μορφές, λόγια, ιδιώματα μακρινά, λέξεις και κόσμοι χαμένοι του παρελθόντος και κάτι ευαισθησίες και σκέψεις αταίριαστες για την εποχή μας ξαναβρήκαν φωνή μέσα από την φωνή της. Δεν την φόβισε η δυσκολία του μεγάλου, η απόσταση που πρέπει να διανυθεί για να αγγίξει το απόμακρο και υψηλό, προτού μας το χαρίσει απλόχερα. 

Πάνω στη σκηνή του θεάτρου Σφενδόνη είδαμε τις μακρινές μορφές από το έργο του Βιζυηνού να γίνονται οικείες. Να κατεβαίνουν από τα σκονισμένα ράφια των βιβλιοθηκών και να αποκτούν σάρκα και οστά. Να ανασταίνονται στο σώμα τής Άννας Κοκκίνου. Ήταν, ακόμη, οι καημοί και τα αθυρόστομα τραγούδια της πελώριας Πουπέ που αντήχησαν απροσδόκητα στον ίδιο χώρο. Αυτή οχυρωμένη πίσω από βυσσινάδες, γλυκά και ραφτικά έντυνε τις άψυχες κούκλες και έγδυνε πρώτα την ψυχή της κι ύστερα τις δικές μας, προετοιμασμένων και απροετοίμαστων.

Ζώντας σ’ ένα βίαιο και περίεργο κόσμο μάς φάνηκαν κάπως αταίριαστα τα πάθη της Σοφίας Τρικούπη, να πενθεί ολοσώματη τον νεκρό παπαγάλο της. Συμπονέσαμε μαζί της, κατανοήσαμε τη μοναξιά της και δεχτήκαμε με συγκατάβαση τούτη την παράδοξη λατρεία της. Μια άλλη φορά, εγκαταλείψαμε την αίθουσα του θεάτρου συγκλονισμένοι, ακούγοντας ακόμη μέσα μας τα λόγια από την «Ιστορία» του Θουκυδίδη, να μας προειδοποιούν ότι τα πάθη και τα λάθη των ανθρώπων δεν γερνάνε ποτέ μέσα στους αιώνες. Ότι είμαστε έτοιμοι να τα ξανακάνουμε.

Όλα αυτά τα σπαράγματα, πια, από εικόνες και λόγια έρχονται και μας βρίσκουν ξανά και ξανά, σε ανύποπτες στιγμές, για να μας θυμίζουν ότι υπάρχει, ακόμη, η ελπίδα για έναν λίγο διαφορετικό κόσμο, όπου, πρώτα απ’ όλα, θα είμαστε εμείς διαφορετικοί, θα είμαστε εμείς, που περνώντας μέσα από τους δρόμους τού παρελθόντος, επιστρέψαμε όχι τσακισμένοι, αλλά καινούργιοι και ζωντανοί. 

Όμως, η ζωή εκεί έξω προχωρεί με το κεφάλι ψηλά, χωρίς να σκοντάφτει σε μνήμες και στα μάγια του θεάτρου. Απαιτεί χωρίς τέλος. Οι νόμοι της αγοράς δεν είναι μαλακοί σαν αμυγδαλωτά πασπαλισμένα με ζάχαρη· είναι σκληροί σαν το αμετάκλητο χαρτί μιας έξωσης. Δεν καταλαβαίνουν από την προσφορά της αληθινής τέχνης και ζητούν να τους αδειάσουν τη γωνιά, για να προϋπαντήσουν το επιδιωκόμενο κέρδος. 

Είναι μια φωνή αντίστασης η Άννα Κοκκίνου, μακριά από τις δημόσιες σχέσεις και τις φωνασκίες της εποχής μας. Μακριά από  την ανάγκη να αρπάξει την οποιαδήποτε επικαιρότητα, την οποιαδήποτε δίψα των σημερινών ανθρώπων για την ανεύρεση  μιας εθνικής ή προσωπικής ταυτότητας, για να την κάνει ίδιον όφελος. Όσοι την έχουν δει να παίζει, ξέρουν τον μεγάλο αγώνα που αγωνίζεται πάνω στο σανίδι.

Το επίσημο κράτος θα όφειλε να παραστέκεται με λόγους και μ’ έργα σε μια τέτοια καλλιτέχνιδα και να της εξασφαλίσει τις συνθήκες, για να μπορεί να συνεχίσει να μοχθεί απερίσπαστη και ασφαλής. Πόσα θα μάθαιναν οι μαθητές και οι σπουδαστές της χώρας μας, εάν είχαν την δυνατότητα να επισκεφθούν το θέατρό της και να δουν τις παραστάσεις της!

Σήμερα μένει η Άννα Κοκκίνου άστεγη. Ας ελπίσουμε ότι θα βρει την δύναμη, για να συνεχίσει, έστω και λαβωμένη, τον αγώνα της. Οι άνθρωποι που την ένιωσαν, περιμένουν να ξαναενωθούν μαζί της, έστω για όσο κρατάει μια παράσταση.

Εκείνες οι αλλοτινές τσουκνίδες που κάποτε κίνησε να μετατρέψει σε ρόδα, σήμερα τρυπάνε αχάριστα τα δοτικά της χέρια. Το αρχαίο βουβό θέατρο του Διονύσου δεν θα συγγενεύει πια τις νύχτες με το δικό της ζωντανό θέατρο. Προς το παρόν…

Αμβούργο, 10. Ιουνίου 2020,

*Κλασικός φιλόλογος/μεταπτυχιακός φοιτητής της Κλασικής Φιλολογίας, Universität Hamburg/Humboldt-Universität zu Berlin.