Τα μεγάλα έργα λογικό είναι να ξεσηκώνουν μεγάλες αντιδράσεις. Πόσο μάλλον σε μια χώρα όπου το «όχι» είναι καθαγιασμένο και το «ναι» πάντα συνώνυμο της υποταγής. Πόσο «μεγάλα» είναι, όμως, τα έργα του Μεγάλου Περιπάτου που επιχειρεί αυτή τη στιγμή ο Κώστας Μπακογιάννης στην Αθήνα; Μετρημένα σε χιλιόμετρα, είναι σίγουρα φαραωνικών διαστάσεων. Αν αποδίδεις, ωστόσο, υψηλή σημασία σε μια παρέμβαση ευρείας κλίμακας στον δημόσιο αστικό χώρο, αυτό το δείχνεις έμπρακτα, προκηρύσσοντας διαγωνισμό και προσκαλώντας τους ειδικούς να εκπονήσουν σχετική μελέτη.
Αντ’ αυτού, ο δήμαρχος Αθηναίων υλοποιεί με σπουδή ένα εκτεταμένο έργο, χωρίς επίσημη μελέτη, στην ουσία αυτοσχεδιαστικά, πατώντας κατά το δοκούν σε ένα συνονθύλευμα προγενέστερων μελετών, γεγονός που από μόνο του αναιρεί το κύρος που θέλει να προσδώσει στο εγχείρημα. Αν θες τόσο πολύ να κάνεις κάτι μεγάλο και ηχηρό, φωνάζεις τους καλύτερους για να δώσουν τους καλύτερους εαυτούς τους. Δεν κάνεις μπακαλοδουλειές, αισθητικά βάναυσες και οικονομικά σκανδαλώδεις.
Η εγκατάσταση μη βιώσιμων και εξοργιστικά δαπανηρών στοιχείων αστικού εξοπλισμού προκαλεί, όχι μόνο επειδή εκ προοιμίου γνωρίζουμε πόσο γρήγορα αυτά θα εξελιχθούν σε αστικά ερείπια, αλλά κυρίως γιατί αβασάνιστα κατασπαταλιέται δημόσιο χρήμα που με πολύ κόπο και σε συνθήκες οικονομικής κρίσης εξοικονομήθηκε από την προηγούμενη δημαρχία.
Η μνήμη στον τόπο μας είναι εξίσου βραχύβια με τις ζαρντινιέρες της Πανεπιστημίου και το γνωρίζει ο δήμαρχος Αθηναίων. Οπως γνωρίζει ότι οι μεγαλοϊδεατισμοί –ακριβοπληρωμένοι πάντα– έχουν πέραση στην ελληνική κοινωνία. Οι επεμβάσεις στη μικρή κλίμακα, εκεί δηλαδή όπου η Αθήνα υποφέρει, είναι εγχείρημα επίπονο και χρονοβόρο, με αμφίβολη έως απίθανη πολιτική εξαργύρωση.
Η Αθήνα είναι η τελευταία ευρωπαϊκή πόλη με παραδοσιακή εμπορική δραστηριότητα στο κέντρο της. Η Βαρβάκειος, τα υφασματάδικα, κουμπάδικα, βρυσάδικα, βιδάδικα, μαγαζιά με κάθε λογής υλικά, ήδη υπό συμπίεση λόγω κρίσης, απειλούνται με εξαφάνιση μέσα από τις δρομολογημένες παρεμβάσεις στον άξονα της Αθηνάς. Μια μοναδική πτυχή της πόλης, αντί να υποστηριχτεί, πάει να χαθεί πλήρως για να αντικατασταθεί από το μοντέλο Mall και το ομοιογενοποιημένο βασίλειο των τραπεζοκαθισμάτων και τουριστικών καταλυμάτων.
Ζώντας στο 2020, έχουμε μια ιδέα από υψηλής αισθητικής παρεμβάσεις σε κέντρα πόλεων ανά τον κόσμο. Και είναι αυτή η γνώση και η εμπειρία που σε κάνουν να πονάς ακόμη περισσότερο στη θέα της Αθηναϊκής Τριλογίας με τη βαμμένη σε χρώματα κακόγουστου νηπιαγωγείου άσφαλτο εμπρός της. Αν είναι να αγοράσουμε μεγαλοϊδεατισμό, ας είναι πρωτοκλασάτος.
Τον 19ο αι., οι γαλλικές πολυτεχνικές σχολές χορηγούσαν ένα είδος διπλώματος με τη μνεία Bon pour l’Orient (επαρκές/ισχύει για την Ανατολή). Προοριζόταν για άσκηση επαγγέλματος εκτός ευρωπαϊκού εδάφους, αποκλειστικά στις αποικίες. Η έκφραση επιβίωσε δηλώνοντας εκείνο το οποίο μπορείς να σερβίρεις στους τριτοκοσμικούς «ευγενείς αγρίους». Ο Μεγάλος Περίπατος του Κώστα Μπακογιάννη, όπως εκτελείται, φοβούμαι ότι είναι μνημείο μεγαλοϊδεατισμού του ποδαριού, παρά όραμα για το αθηναϊκό άστυ, στημένο κυνικά πάνω στην ιδέα του Bon pour l’Orient.
* καλλιτέχνιδα, ακτιβίστρια
