Σύσταση για την κατάργηση του ορίου του 60% για το δημόσιο χρέος και υιοθέτηση πιο ρεαλιστικών στόχων εξειδικευμένων στις εθνικές οικονομίες των χωρών-μελών, κάνει το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ), το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
«Δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό να υπάρχουν στόχοι που δεν είναι ρεαλιστικοί» είπε στους δημοσιογράφους ο Δανός Νιλς Θίγκεσεν, πρόεδρος του ΕΔΣ, «και πρέπει να τα δούμε όλα αυτά με κριτική ματιά».
Οι επιπτώσεις της πανδημίας ήδη θα ωθήσουν τα επίπεδα του χρέους στην Ε.Ε. πολύ πιο πάνω από αυτό το 60% που προβλέπει το Δημοσιονομικό Σύμφωνο Σταθερότητας, καθώς προβλέπεται ότι φέτος θα κυμανθούν κατά μέσο όρο στο 102%, με ορισμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Γαλλία και η Ισπανία να ξεπερνούν το 115%.
Η μείωση επομένως του δημόσιου χρέους στα επίπεδα που προβλέπει το Σύμφωνο -τόνισε ο Θίγκεσεν- απαιτεί προσπάθειες χωρίς προηγούμενο για την παγκόσμια οικονομία, δηλαδή «υπερβολικές» θυσίες. Γι’ αυτό το λόγο το Συμβούλιο επεξεργάζεται πρόταση για να οριστούν συγκεκριμένα όρια χρέους για κάθε χώρα, λαμβάνοντας υπόψη και την κατάσταση των εθνικών οικονομιών. Η πρόταση θα συμπεριλαμβάνεται στην ετήσια αναφορά του ΕΔΣ προς την Κομισιόν που πρόκειται να παραδοθεί τον Οκτώβριο.
Στις αρχές του χρόνου οι Βρυξέλλες ξεκίνησαν μια διαδικασία αναθεώρησης του Συμφώνου και το χρέος είναι ανάμεσα στις προτεραιότητες.
Περισσότερες δημόσιες επενδύσεις
Στη γενική εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης στην ευρωζώνη το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο προειδοποιεί ότι τα καθαρά επίπεδα επενδύσεων, οι καθαρές προσθήκες στη δημόσια περιουσία είναι κοντά στο μηδέν και δεν ανέκαμψαν ποτέ από την κρίση του 2010.
Για τοΝ λόγο αυτό ζητά περισσότερες δημόσιες επενδύσεις, εκτιμώντας ότι ο προτεινόμενος προϋπολογισμός της Ένωσης ύψους 1,85 τρισ. που περιλαμβάνει και το Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισ., δεν θα επαρκεί για να βελτιώσει τις δυνατότητες ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Όπως είπε ο Θίγκεσεν, οι εθνικές πολιτικές πρέπει να ευνοούν περισσότερο τις επενδύσεις και «απαιτούνται περισσότερα κίνητρα και σαφή αποφασιστικότητα των κυβερνήσεων». Το Συμβούλιο, τέλος, κρίνει ότι είναι πολύ νωρίς για να τεθούν πάλι σε ισχύ τα όρια χρέους και ελλείμματος, όπως ισχύουν τώρα, μετά την αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας λόγω της πανδημίας, τον Μάρτιο.
