Οι δικαστές εκτιμώντας τη μετέπειτα συμπεριφορά της μετέτρεψαν την ποινή οριστικής απόλυσης που της είχε επιβληθεί σε προσωρινή παύση έξι μηνών με στέρηση αποδοχών
Με ευαισθησία αντιμετώπισαν οι δικαστές του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας την υπόθεση γυναίκας κλητήρα του υπουργείου Οικονομικών, στην οποία είχε επιβληθεί η ποινή της οριστικής απόλυσης επειδή είχε προσκομίσει πλαστό απολυτήριο Γυμνασίου προκειμένου να προσληφθεί στο Δημόσιο.
Οι σύμβουλοι Επικρατείας, εξετάζοντας τη συγκεκριμένη υπόθεση και εκτιμώντας τη μετέπειτα συμπεριφορά της υπαλλήλου, η οποία παραδέχτηκε την πράξη της, ενώ φοίτησε σε εσπερινό γυμνάσιο και έλαβε το απολυτήριο με βαθμό «άριστα», αποφάσισαν να μετατρέψουν την ποινή της οριστικής απόλυσης που της επέβαλε το πειθαρχικό συμβούλιο σε προσωρινή παύση έξι μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών. Μάλιστα, η πενταμελής σύνθεση του Γ΄ Τμήματος του ΣτΕ παρέπεμψε την όλη υπόθεση λόγω σπουδαιότητας για οριστική κρίση στην αυξημένη επταμελή σύνθεση του ίδιου Τμήματος.
Οπως προκύπτει από τα στοιχεία της υπόθεσης, η γυναίκα, με κίνητρο την ανατροφή των παιδιών της, είχε προσληφθεί μετά από διαγωνισμό του ΑΣΕΠ το 2009 ως υπάλληλος της κατηγορίας Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, κλάδου επιμελητών του υπουργείου Οικονομικών και Ανάπτυξης.
Στην προκήρυξη του διαγωνισμού προβλεπόταν απολυτήριο τριτάξιου Γυμνασίου και όταν υπέβαλε την αίτηση συμμετοχής στον διαγωνισμό προσκόμισε απολυτήριο του 2ου Γυμνασίου Ν. Λιοσίων.
Μερικά χρόνια αργότερα αποκαλύφθηκε ότι το απολυτήριο ήταν πλαστό, ο αριθμός μητρώου ανήκε σε άλλον μαθητή και απουσίαζε η σχετική πράξη του Συλλόγου Διδασκόντων. Στη συνέχεια, η υπόθεση έφτασε ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου του υπουργείου Οικονομικών, το οποίο αποφάσισε την οριστική απόλυση της υπαλλήλου για τα αδικήματα της παράβασης υπαλληλικού καθήκοντος και για ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά, εντός και εκτός υπηρεσίας.
Σε ποινικό επίπεδο, παύθηκε οριστικά, λόγω παραγραφής, η δίωξη που της είχε ασκηθεί για απάτη κατ’ εξακολούθηση. Η ίδια παραδεχόμενη την πράξη της υποστήριξε ότι είχε ανάγκη τη δουλειά και προέβη στην πράξη αυτήν λόγω «των αυξημένων οικογενειακών αναγκών και με σκοπό να βρει εργασία προκειμένου να βελτιωθεί η οικονομική κατάστασή της και να συνδράμει στην ανατροφή των παιδιών της».
