ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Εμείς οι φυλακισμένοι του χαρτιού, χάσαμε τόση ζωή, όσο η έκταση των γραπτών μας.

Δεν είχαμε κι άλλη λύση. Ηρθαμε και δεν μας περίμεναν.

Χτυπήσαμε την πόρτα, αλλά δεν μας άνοιξαν. Μιλήσαμε και η γλώσσα μας ήταν ξένη.

Καταφύγαμε στο χαρτί, ζητώντας άσυλο, όμως κι εδώ εξόριστοι είμαστε.

Δεν είχε χώρο για μας, μόνο για τις λέξεις…». Και οι λέξεις γίναν η συντροφιά του. Μαζί τους έβγαινε βόλτα στις γειτονιές της Αθήνας. Πότε τις καλόπιανε, πότε τις μάλωνε, πότε του φαίνονταν πολλές και άλλοτε λίγες και ανεπαρκείς. Μα δεν τις εγκατέλειψε ποτέ, ούτε κι αυτές εκείνον.

Εκείνος πάντα ήθελε να γίνει ένας Ρομπέν των δρόμων. Ομως η εικόνα του κόσμου είναι θολή, ανομοιογενής και γεμάτη αντιφάσεις. Προσπάθησε λοιπόν να την καθαρίσει με λέξεις που γίναν βέλη στη φαρέτρα του. Βρήκε άσυλο στο χαρτί. Κι από κει προσπαθούσε να τραβήξει τους σπάγκους από τις αόρατες μάσκες των προσώπων. Να αποδεσμεύσει τους φόβους των απλών ανθρώπων και να βάλει σε κίνηση τον μηχανισμό της σκέψης.

Εκεί που η αδικία έπεφτε σαν γεράκι εκείνος ήταν έτοιμος να εξαπολύσει τα «βέλη» του. «Δεν υπάρχει κελί που να μην τρυπιέται. Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις. Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου.

Ολα είναι στο κεφάλι σου. Σπάσ’ το και πέτα. Ο ουρανός είναι απέραντος.

Υπάρχει μια γωνιά που σε περιμένει∙ βρες την…».

Το κέντρο της Αθήνας ήταν πάντα ένας εξωτικός κήπος με παράξενα πουλιά που τον μάγευαν. Γινόταν συχνά κήπος μαρτυρίου ή μια εικόνα ανθρώπινης παραφροσύνης. Μετανάστες, φτωχοδιάβολοι, επαίτες, πουτάνες -θα του άρεσε πολύ που με κατάφερε να γράψω αυτή τη λέξη και όχι ιερόδουλες- και άλλα παράξενα όντα που οι περισσότεροι άνθρωποι αποφεύγουν.

Κι αυτός με τα γνωστά του πέδιλα μπαίνει ανάμεσά τους, μεταφέρει το μήνυμα του έξω κόσμου «είμαστε απ’ την ύλη που ‘ναι φτιαγμένα τα όνειρα» και παίρνει το δικό τους για να το μεταφέρει σε μας: «μια θέση στον ήλιο». Εκεί, πότε πότε στις παράλογες αντιθέσεις αυτού του κόσμου στεκόταν σιωπηλός και ούτε καν στις λέξεις δεν μιλούσε. Γιατί ακόμα και οι πιο δυνατές -πίστη, ελπίδα, συμπόνια, λογική- φαίνονταν έτοιμες να εξαφανιστούν. Τώρα πια πλάγιασε για να ξεκουραστεί σ’ ένα λιβάδι μέσα στα αγριοθυμάρια. Αφησε τις λέξεις του πίσω, να κάνουν τη δουλειά τους κι εκείνος λεύτερος παρατηρεί την πλάση που οργιάζει την άνοιξη. «Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις.

Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου.

Ολα είναι στο κεφάλι σου.

Σπάσ’ το και πέτα…».