Αντίθετη προς τις διεθνείς συστάσεις για την αντιμετώπιση του κορονοϊού ήταν η πολιτική που εφάρμοσε το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου και η κυβέρνηση στις δομές προσφύγων και μεταναστών, όπως επισημαίνει η μελέτη με τίτλο «Η διαχείριση της επιδημικής κρίσης COVID-19 στους προσφυγικούς πληθυσμούς στην Ελλάδα. Κριτική ανάλυση» (ΚΕΠΥ 2020.3) που πραγματοποίησαν οι ερευνητές Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, Νίκος Κουραχάνης και Ευθυμία Μακρίδου.
• Ολόκληρη η έρευνα εδώ.
«Αντί της ευθυγράμμισης με τις διεθνείς συστάσεις, [οι πολιτικές] στράφηκαν κατά μείζονα λόγο προς την κατεύθυνση της διάκρισης, της μη αναλογικότητας και γενικότερα της συρρίκνωσης δικαιωμάτων», υπογραμμίζουν.
Και εξηγούν:
«Οι διεθνείς συστάσεις θέτουν συστηματικά –μολονότι μη δεσμευτικά– τα ζητήματα της αποφυγής διακρίσεων, της αναλογικότητας των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας, της αποφυγής του στιγματισμού, της διασφάλισης συνθηκών και εξοπλισμού προσωπικής υγιεινής, της εγγύησης καθολικής πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, της εγγύησης ασφαλούς στέγης (όπου θα μπορούσαν να ακολουθηθούν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης), της λήψης ακόμα και έκτακτων μέτρων για τη στέγαση των προσφυγικών πληθυσμών, της συμπερίληψής τους σε ένα οργανωμένο σύστημα επιδημιολογικής επιτήρησης. Αγνοώντας τις συστάσεις αυτές σε όλη την πρώτη φάση αντιμετώπισης της πανδημίας στη χώρα μας, καθώς και στον πρόσφατο, “βελτιωτικό” νόμο για το μεταναστευτικό-προσφυγικό, η πολιτική υγείας και στέγασης προσφύγων εξαίρεσε εγνωσμένα τους πληθυσμούς αυτούς από το εθνικό σχέδιο αντιμετώπισης της πανδημίας», σημειώνουν.
Επισημαίνουν ότι οι παρατηρήσεις του εκπροσώπου του υπουργείου Υγείας για τον κορονοϊό, καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα, ο οποίος στις 21 Απριλίου υπογράμμιζε στην ενημέρωση των συντακτών Υγείας τη «σημαντική δυναμική μετάδοσης» του κορονοϊού σε ευάλωτους πληθυσμούς, όπως οι φιλοξενούμενοι των κλειστών δομών, δεν άφησαν αποτύπωμα στην πολιτική υγείας και στέγασης προσφύγων.
Αντιθέτως: «Δεν έχει δημιουργηθεί κανένας μηχανισμός συνεχούς επιδημιολογικής επιτήρησης και επιθετικής ιχνηλάτησης των πιθανών κρουσμάτων. Αντίστοιχα και η διαχείριση της πρόσφατα βεβαιωμένης, και εργαστηριακά, διασποράς της επιδημίας σε μερικές δομές όπως του Κρανιδίου, δεν έχει συνοχή. Δεν υπάρχει δυνατότητα ιατρικής παρακολούθησης και απομόνωσης των κρουσμάτων, ούτε πρόνοια προστασίας των ευάλωτων πληθυσμών με μετακίνησή τους σε προστατευόμενη στέγαση», σημειώνουν.
Παρόμοιες τάσεις έχουν άλλωστε διαπιστωθεί και σε προηγούμενες πανδημίες, που οδήγησαν σε «θεσμοποίηση διακρίσεων σε βάρος τμημάτων του γενικού πληθυσμού, στο όνομα έκτακτων συνθηκών, και καθ’ υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας».
