Η επίμαχη ρύθμιση για μεταφορά προσωπικού από τη μια εταιρεία ενός ομίλου σε μία άλλη, όπως ορίστηκε με την πρώτη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (άρθρο 10 ΠΝΠ 20.3.2020) μπορεί να θεωρηθεί συνταγματική μόνο αν στηρίζεται στην απαρέγκλιτη συναίνεση του εργαζομένου. Σε αυτό το συμπέρασμα, που θέτει ευθέως ζήτημα αντισυνταγματικότητας της διάταξης, εφόσον οδηγείται υποχρεωτικά ο εργαζόμενος σε ενδο-ομιλική μετακίνηση, καταλήγει ο Δημήτρης Α. Τραυλός-Τζανετάτος, ομότιμος καθηγητής Εργατικού Δικαίου του ΕΚΠΑ, θέτοντας στο επίκεντρο του νομικού -και όχι μόνο- ενδιαφέροντος τη συνταγματικότητα και νομιμότητα του συνόλου των έκτακτων ρυθμίσεων.
«Βεβαίως, ένα άλλο ιδιαιτέρως σημαντικό ζήτημα είναι», σημειώνει ο ίδιος, «αν και κατά πόσον η δοθείσα από τον εργαζόμενο συναίνεση για την παροχή της εργασίας του σε τρίτον εκφράζει την πραγματική βούλησή του ή αν αποτελεί, αμέσως ή εμμέσως, προϊόν εξαναγκασμού, πράγμα που υπό τις κρατούσες συνθήκες διακινδύνευσης των θέσεων εργασίας θα πρέπει να διερευνάται ενδελεχώς».
Σε Εγγραφο Εργασίας που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος της Επιθεώρησης Εργατικού Δικαίου, ο ομότιμος καθηγητής επιχειρεί μια πρώτη ερμηνευτική προσέγγιση για τη διάταξη που αφορά τη μεταφορά προσωπικού των επιχειρήσεων στο εσωτερικού του ομίλου. «Η αφαίρεση από τον εργαζόμενο της ελευθερίας επιλογής της εργασίας και του εργοδότη του θα έπληττε καίρια την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση της ελευθερίας εργασίας και, συνακόλουθα, του δικαιώματος εργασίας, που αποτελεί προσβολή του συνταγματικά προστατευόμενου πυρήνα του δικαιώματος», επισημαίνει ο κ. Τραυλός-Τζανετάτος.
Υπάρχει τέτοιος κίνδυνος; Ο καθηγητής δεν διστάζει να επισημάνει ότι «η νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων, παρά τις όποιες διακηρύξεις περί του αντιθέτου, εφόσον πρόκειται για τον περιορισμό των συλλογικών εργασιακών δικαιωμάτων, χρησιμοποιεί ουσιαστικά το γενικό συμφέρον με τρόπο που, αν δεν υπερβαίνει, πάντως υπονομεύει σοβαρά τα εγγενή όρια της συνταγματικής του αποστολής. Τα όρια δε αυτά είναι: α) ο συνταγματικά προστατευόμενος πυρήνας του δικαιώματος και β) η αρχή της αναλογικότητας».
Μάλιστα, όπως αναφέρει, «η αντιμετώπιση από τον νομοθέτη έκτακτων και επειγουσών αναγκών, όπως εκείνες που οφείλονται π.χ. στην οικονομική κρίση ή σε πανδημία, μέσω ΠΝΠ κατά το άρθρο 44 του Συντάγματος δεν κινείται εκτός συνταγματικής τάξης. Αντιθέτως, αφού κυρωθούν από τη Βουλή, ως τυπικοί πλέον νόμοι, υπόκεινται σε έλεγχο όχι βεβαίως επιεική και οριακό, αλλά πολύ περισσότερο ενδελεχή, αυστηρό και πλήρη. Επίσης πρόβλημα αντισυνταγματικότητας προκύπτει κατά τον καθηγητή και λόγω παράβασης του άρθρου 22 παρ. 4 Σ., που απαγορεύει την αναγκαστική εργασία με εξαίρεση την επίταξη.
Πάντως ο έγκριτος νομικός, εκ των ολίγων εναπομεινάντων εραστών του Εργατικού Δικαίου, δεν παραλείπει να συνδέσει την αντισυνταγματική χροιά της ρύθμισης με τις προσδοκίες του ΣΕΒ περί εσωτερικού δανεισμού των εργαζομένων: «Σημειωτέον πάντως ότι η επιδιώκουσα κατά τις διακηρύξεις του υπουργού Εργασίας κατά κύριο λόγο τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας των μετακινηθέντων εργαζομένων ρύθμιση αυτή, και αν ακόμη εθεωρείτο ειλικρινής, δεν σημαίνει ότι παύουν να ελλοχεύουν οι εγγενείς στις ενδο-ομιλικές μετακινήσεις κίνδυνοι αποσταθεροποίησης των σχέσεων εργασίας.
Αντιθέτως, ενισχύονται λόγω των έκτακτων συνθηκών, που μπορούν άνετα να λειτουργήσουν ως πρόσχημα για ενδο-ομιλικές αποσταθεροποιητικές και καταστρατηγικές κινήσεις. Δεν είναι έτσι τυχαία πρόσφατη ένθερμη συνηγορία του ΣΕΒ υπέρ μιας γενικευμένης «αξιοποίησης» του «δανεισμού εργαζομένων» στο πλαίσιο «μιας ευρύτερης συνεργασίας των επιχειρήσεων».
