Κι έτσι μπορεί ξανά και ξανά να ενώνει το δικό του με το παγκόσμιο. Ένα είδος κληρονομιάς και κληροδοτήματος που οφείλει ο κάθε χορευτής μεταξύ του προηγούμενου και του επόμενου, με τα ίδια ακριβώς βήματα.
Στην Κρήτη, ομολογουμένως, η ταυτότητα του πολιτισμού δεν έχει ακόμα ξεκαθαριστεί στο μυαλό των γηγενών. Αποτελεί μία περίεργη παλικαριά που ορίζει ως αποστολή τους την διαφύλαξη μίας παράδοσης την οποία θεωρούν καθαρό δημιούργημα τους. Αυτή η αποστολή που εγκολπώνεται στην ζωή των κρητικών, πατά σε ένα ολισθηρό έδαφος και διαρκώς παίρνει την κατρακύλα. Μία ηθική πτώση που δεν συνάδει με τα ιδανικά που οι ίδιοι πρεσβεύουν. Η αιτία είναι προφανής: άγνοια της ίδιας της αποστολής και των παραμέτρων του παιχνιδιού. Η άγνοια αυτή συχνά οπλίζει το χέρι. Τα αποτελέσματα σαφώς ολέθρια.
Πρόσφατα, δύο άνθρωποι σκοτώθηκαν κι ένας τρίτος κατέληξε στην φυλακή. Η ουσία μέσα σε αυτήν την κατρακύλα δεν άλλαξε από την τελευταία φορά που σκέφτηκαν ότι η κατάσταση οδηγείται σε τέλμα. Πάλι η αντριοσύνη και η παλικαριά που σαν βαρύ και μαύρο σαρίκι απλώνεται στην πλάτη τους, τα βαριά και μαύρα στιβάνια που αποτίουν φόρο τιμής στους νεκρούς τους έγιναν η σκιά του θανάτου στον τόπο τους. Σαν πηχτή σκόνη που όλο και περισσότερο τρυπώνει στις λεπτές ρυτίδες ενός παλιού ραδιοφώνου, ανήμπορου να φωνάξει για «ανανέωση».
Η κοινή γνώμη, ως γνήσιος επισκέπτης που μένει για λίγο, μαθαίνει κάτι λίγο και πάλι, σε λίγο, αλλού θα πάει, αποφάσισε να ξαναφέρει στο προσκήνιο την βρωμιά και την ασταμάτητη πτώση ενός πολιτισμού, καθώς πιστεύει. Κι εδώ ανοίγει ένα μεγάλο πεδίο αναστοχασμού που, ως οφείλει, επιστρέφει να εκδικηθεί την υπόδουλη όραση του επισκέπτη που δεν κάθισε να αφουγκραστεί το βαρύ χτυποκάρδι μία γης που ζητά να ξεσκεπαστεί μέσα από ιάμβους. Μέσα από γλυκές κραυγές, ομορφολάλητες, που ζητούν από καθέναν να δει για λίγο πίσω του και να ξανασκεφτεί το χρέος του.
Κανένας από τους θανόντες, κανένας από όσους όπλισαν το χέρι και το σήκωσαν προς τον συγχωριανό τους δεν ήξερε την αρχική του αποστολή. Κανένας κρητικός δεν σηκώνει το όπλο ξέροντας ότι βλάπτει το ίδιο του το πεπρωμένο. Κανένας νεκρός από το φονικό στα Ανώγεια δεν πίστευε ότι θα έφτανε και πάλι η κατάσταση σε αυτό το σκότος. Όσοι κρητικοί ήρθαν κι έφυγαν, και ο Ξυλούρης και ο Καλομοίρης, και καθένας συνάνθρωπος μας από τα Ανώγεια δεν έγινε ξαφνικά τέρας. Τα μετέπειτα σενάρια δεν βαραίνουν την μνήμη ούτε του Ξυλούρη, ούτε το Καλομοίρη. Οι νεκροί δεν ήξεραν.
Χάθηκαν κι οι δύο στην σκόνη που άφηνε πίσω του ένα χρέος. Ένα γιγάντιο σύννεφο σκόνης που τους αγκάλιασε στο διάβα και μια καταχνιά που δεν επιτρέπει πια να τους κοιτούμε. Ευτυχώς, μας επιτρέπει να μελετούμε όσα άφησαν, πλέον όχι ως επισκέπτες, αλλά ως σκεπτόμενοι. Οι μαντινάδες του Καλομοίρη δεν θα χαθούν μέσα σε αυτήν την πάχνη, την σκόνη, αλλά θα μένουν να θυμίζουν το μείζον: το ασυνείδητο αναδύεται μέσα από ψυχές αμόρφωτες κι αγράμματες, που απορρίπτουν την συμβατική ανθρώπινη πρόοδο και επιστρέφουν σε μία μάνα και την αγκαλιάζουν, ως αυτή να φτάσει σε εμάς. Μια μάνα που πάντα αγκάλιαζε σε αυτό το ασυνείδητο μονοπάτι κάθε κρητικό και όλους τους Ξυλούρηδες και τους Καλομοίρηδες.
Ήταν ένας αθεράπευτα αναγεννησιακός κρητικός που δεν το γνώριζε. Ένας ρομαντικός χωρικός, ένα μοναχό παιδί να διατηρεί ακόμα την ανωριμότητα που επιτρέπει στα πράγματα να αποκτούν φτερά. Οι μαντινάδες του γίνονται γλάστρα σε ασβεστωμένο σοκάκι των Ανωγείων, κατιφέδες και ζουμπούλια, χρώματα που σε λίγο θα μπερδευτούν με τα κουδούνια των προβάτων από τα βουνά, ως να αποδώσουν την πιο καλή λυριά στον Θεό Έρωτα.
Έγραφε και συνομιλούσε με τον πιο αναγεννησιακό κρητικό, τον Βιτσέντζο Κορνάρο, και, αναγκαία, με όλους τους ομοτέχνους της περιόδου. Οι μαντινάδες του ήταν σαν ολάνθιστος λόφος με άγρια κρίνα, ένας «Ελεύθερος Πολιορκημένος», κι ας μην το γνώριζε πρακτικά, όπως κάθε κρητικός της υπαίθρου.
Η μαντινάδα που αποδεικνύει την απόλυτη αναγεννησιακή του γραφίδα είναι η ακόλουθη: «Τον έρωντα εφαντάστηκα, κι ήντα θαρρείς πως είναι, ένα κοπέλι γελαστό, που τ’ άλλα του ζηλένε. Η μαντινάδα αυτή συνομιλεί με τον στίχο του Κορνάρου, από τον «Ερωτόκριτο»: «Πολλά μεγάλη δύναμη, πολλά μεγάλη χάρη, έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι».
Το μείζον σημείο που οφείλουμε να προσέξουμε είναι η αθωότητα του αληθινού. Ένα μικρό και κοντό κοπέλι, ένα ελάχιστο με τεράστια δύναμη, να κινεί βουνά και ουρανούς, που ξεκινά από την μυθολογία, επανέρχεται στην αναγεννησιακή γραμματεία και συνεχίζει στο διηνεκές με τα φτερά του, φτάνει στην Κρήτη κι από το κελί της Αρετούσας, η βροντολυριά του ακουμπά στα βουνά των Ανωγείων. Μία διαρκής κι απέθαντη ηθική αξία που ποτέ δεν έπαψε να ανασαίνει και να υπενθυμίζει ότι ακόμα δεν χάθηκε από αυτόν τον τόπο η αθωότητα, η γύμνια, η αγάπη που ως αναγκαίο καλό σέρνει τον χορό. Με μία απλή ανάσα και δοξαριά, από την μία όχθη του νησιού ως την άλλη, σκεπάζει και παύει κάθε πυροβολισμό, αναγεννά και τους δύο χαμένους και όσους έφυγαν για χάρη του μαύρου χρέους που δεν είχε προλάβει να στεγνώσει από το αίμα της αισχρής λεβεντιάς. Μια λύρα, ένα βιολί και μία κιθάρα που πάντα θα κλείνουν τα στόματα όσων κατακρεουργούν, διά της άγνοιας τους, την αγνότητα και την αθωότητα κάθε Ξυλούρη, κάθε Καλομοίρη.
Αγαπητοί συνάνθρωποι, σταθείτε, σκεφτείτε και, για λίγο, σιωπήστε.
* Ο Παναγιώτης Μυλωνάκης είναι φοιτητής φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
