«Ο απολογισμός των νεκρών από Covid-19 στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει φτάσει σχεδόν τους 43.000, υπογραμμίζοντας τη θέση της χώρας ως της χειρότερα πληγείσης στην Ευρώπη και εγείροντας περισσότερα ερωτήματα για τη διαχείριση της κρίσης από τον πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον». Σ’ αυτή τη ζοφερή διαπίστωση κατέληγε χθες το πρακτορείο Reuters, αναλύοντας τα επικαιροποιημένα στοιχεία για τα θύματα του νέου κορονοϊού που δημοσιοποιεί κάθε Τρίτη το Γραφείο Εθνικής Στατιστικής (ONS) βάσει των πιστοποιητικών θανάτου, την ώρα που η βρετανική κυβέρνηση δεχόταν το πρώτο ηχηρό κοινοβουλευτικό ράπισμα για την αντιμετώπιση της πανδημίας.
Οπως προκύπτει λοιπόν από τα στατιστικά στοιχεία -τα οποία συμπεριλαμβάνουν τους ύποπτους θανάτους από Covid-19, αντικρούοντας τον κυβερνητικό απολογισμό που είχε ανέλθει χθες σε 35.341 νεκρούς-, πάνω από το ένα τρίτο των γηροκομείων της χώρας έχει χτυπηθεί από τον ιό. Σύμφωνα δε με το BBC, τα θύματα στους οίκους ευγηρίας είχαν ξεπεράσει τα 11.600 μέχρι τις 8 Μαΐου, αν και η αύξησή τους έχει επιβραδυνθεί τις τελευταίες δύο βδομάδες. Ακόμα και από την καταμέτρηση των επιπλέον θανάτων (δηλαδή των νεκρών από κάθε αιτία που υπερβαίνουν τον αντίστοιχο μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας), την οποία η κυβέρνηση προκρίνει ως ακριβές μέτρο σύγκρισης με άλλες χώρες, προκύπτει πως αγγίζουν πλέον τους 55.000, με βάση όσα είπε στο BBC ο στατιστικολόγος του ONS, Νικ Στράιπ.
Στις οξείες επικρίσεις της αντιπολίτευσης, που κατηγορεί την κυβέρνηση πως εγκατέλειψε στη μοίρα τους τα γηροκομεία, επιτρέποντας μεταξύ άλλων να μεταφέρονται εκεί ασθενείς που είχαν πάρει εξιτήριο από νοσηλευτικά ιδρύματα χωρίς να έχουν υποβληθεί σε διαγνωστικό τεστ για τον ιό (!), ήρθε να προστεθεί χθεσινή επιστολή προς τον πρωθυπουργό από τον Συντηρητικό βουλευτή και πρόεδρο της Επιτροπής Επιστημών και Τεχνολογίας του Κοινοβουλίου, η οποία διερεύνησε την αρχική αντιμετώπιση της πανδημίας. Ας μην ξεχνάμε πως αναμένεται να υπάρξει εν ευθέτω χρόνω δημόσια έρευνα για τους κυβερνητικούς χειρισμούς.
Σφοδρή κριτική
Στην επιστολή, οι βουλευτές της διακομματικής επιτροπής χαρακτηρίζουν «απαράδεκτη» την αποτυχία της κυβέρνησης και των υγειονομικών αρχών να εξηγήσουν για ποιους λόγους αποφάσισαν να σταματήσουν τους διαγνωστικούς ελέγχους στην κοινότητα στις 12 Μαρτίου, περιορίζοντάς τους κυρίως στα νοσοκομεία, με αποτέλεσμα φιλοξενούμενοι και εργαζόμενοι στους οίκους ευγηρίας -ακόμα και όσοι εμφάνιζαν ύποπτα συμπτώματα- να μην μπορούν να υποβληθούν σε διαγνωστικές εξετάσεις στη χειρότερη περίοδο διασποράς του ιού στη χώρα. Επισημαίνουν μάλιστα πως στις 10 Μαρτίου είχαν γίνει μόλις 1.215 τεστ…
«Η δυνατότητα [διενέργειας διαγνωστικών εξετάσεων] δεν αυξήθηκε αρκετά νωρίς ή με αρκετά φιλόδοξο τρόπο», ενώ «κατηύθυνε τη στρατηγική» της κυβέρνησης αντί να συμβαίνει το αντίθετο, αναφέρεται στην επιστολή, που στηλιτεύει ως αρνητικά καθοριστική για την εξέλιξη της κρίσης τη συγκέντρωση επεξεργασίας των δειγμάτων από τα τεστ σε μικρό αριθμό εργαστηρίων, αντί να αυξηθεί η δυνατότητα διαγνωστικών ελέγχων με επέκταση σε περισσότερα εργαστήρια. Θυμίζουμε πως ο διακηρυγμένος κυβερνητικός στόχος για 100.000 τεστ ημερησίως δεν έχει ουσιαστικά επιτευχθεί, με τον Τζόνσον να έχει υποσχεθεί μάλιστα τον διπλασιασμό τους σε 200.000 τη μέρα έως τα τέλη Μαΐου!
Η κοινοβουλευτική επιτροπή επικρίνει επίσης την έλλειψη διαφάνειας για τις επιστημονικές συμβουλές που λαμβάνει η κυβέρνηση, τις οποίες επικαλείται βολικά για να δικαιολογήσει τους χειρισμούς της. Με αφορμή πως η επαναλειτουργία των δημοτικών σχολείων χαρακτηρίστηκε «πολιτική απόφαση» και όχι «επιστημονική» από τον καθηγητή Επιδημιολογίας Τζον Εντμουντς, η Guardian διαβλέπει πως έχει αρχίσει ένα προκαταρκτικό «παιχνίδι αλληλοκατηγοριών» μεταξύ κυβερνώντων και επιστημόνων, στους οποίους δεν αποκλείεται να επιχειρηθεί μετακύλιση της ευθύνης για το φονικό φιάσκο, μετατρέποντάς τους σε αποδιοπομπαίους τράγους όταν έρθει η ώρα της πολύκροτης δημόσιας έρευνας των κυβερνητικών πεπραγμένων.
