«Μήτε μιαν ώρα δεν είχαμε δική μας πληρώνοντας / τα χρέη και τις υποθήκες άλλων», έγραψε ο Ρίτσος, μιλώντας για τις υποθήκες μιας χαμένης και χρεωμένης με οράματα απραγματοποίητα γενιάς.
Ο Κοροβέσης υπήρξε εμβληματική μορφή αυτών που διαδέχτηκαν αυτήν τη γενιά, αλλά συνέχισε τον αγώνα της με τους λιγότερους δυνατούς ετεροπροσδιορισμούς, κάνοντας την ίδια τη ζωή του δοκίμιο ελευθερίας. Αυτή η ποιοτική διαφορά, να είσαι απίστευτα δοτικός δίχως προσδοκία καμιά για οποιονδήποτε μεταφυσικό ή εκκοσμικευμένο παράδεισο, χαρακτήρισε έναν διανοούμενο πολύτιμο ακριβώς γιατί δεν φοβήθηκε τη σύγκρουση και τη διαφωνία, δίχως να χάσει ποτέ την ανθρωπιά του. Η φήμη, άλλωστε, ήταν πως ήξερε πως μόνο ό,τι χαρίζεις σου ανήκει. Και όταν, στο πλαίσιο μιας Πρωτοβουλίας, βρεθήκαμε στο σπίτι του κάπου στην Αγ. Μελετίου, διαπίστωσα ότι ήταν αλήθεια.
Η πρώτη φορά που διάβασα το όνομά του ήταν στο εξώφυλλο του βιβλίου «Ανθρωποφύλακες». Κι η πρώτη φορά που διάβασα κείμενό του ήταν στην αγαπημένη «Ελευθεροτυπία». Αλλά μιλούσαμε κάποιες φορές γι’ αυτόν με την Αργυρώ την Κοντογιώργη, συντρόφισσά του στο ΕΛΕΚ.
– Αργυρώ, τι είναι τούτο; τη ρώτησα στη νεοφιλαδελφιώτικη αυλή της.
– Είναι το ακροκέραμο του Κοροβέση.
– Παρακαλώ;
Αθήνα, αμέσως σχεδόν μετά τη Μεταπολίτευση. Συγκροτείται το ΕΛΕΚ: Ελληνικό Λενινιστικό Επαναστατικό Κίνημα, με γραφεία στην πλατεία Κουμουνδούρου, δίπλα στην τότε ΑΣΠΕ. Ο Κοροβέσης, νέος δίπλα στους νέους της εποχής κι όμως (ως απόφοιτος των κολαστηρίων της ΕΑΤ ΕΣΑ) βετεράνος των βασανιστηρίων, υπήρξε κεντρικό πρόσωπο. Μαζεύονταν στο (γεμάτο βιβλία) σπίτι του σε κείνα τα ατέλειωτα βράδια της νιογέννητης Μεταπολίτευσης, όπου τα πάντα ήταν δυνατά και χειροπιαστό τίποτα. Γλεντζές, στοχαστικός, δυνατός πότης και ρεμπέτης ολκής, ένας γενναίος της ηδονής που πήρε τα πάντα στην πλάκα και τη ζωή απόλυτα στα σοβαρά
Το ΕΛΕΚ πήρε τη σπάνια απόφαση της αυτοδιάλυσης όπως η δεκαετία του ’70 έγερνε προς το τέλος. Ισως το μόνο από τα γκρουπούσκουλα της εποχής που είχε τη μοναδικότητα να μην αυτοθεωρείται «μοναδικό». Αλλά οι συντροφικές σχέσεις των (ωραίων) ανθρώπων είχαν «γαλβανωθεί» πολύ κι άντεξαν. Οταν ξαναβρέθηκαν τυχαία μετά από χρόνια, «φτασμένος» πια, στην είσοδο ενός κινηματογράφου, πέσαν με συντροφική δύναμη στην αγκαλιά.
Τι σας έκανε ν’ αντέξετε; τον ρωτήσαν κάποτε. «Μα οι φίλοι μου», απάντησε, κρύβοντας πίσω από το βαθύ συναίσθημα το «διαρκώς παρών», αυτό που συμβάλλει (μέσα από άλλα πρόσωπα αιτήματα κι εποχές) στο κολοσσιαίο παλίμψηστο που οι αγώνες των ανθρώπων (κι όχι μόνο) είναι.
– Περικλή, τι ωραίο ακροκέραμο αυτό στα βιβλία σου πάνω!
– Σου το χαρίζω…
