Μεγάλη καθίζηση της ελληνικής οικονομίας προβλέπει για το 2020 η Κομισιόν, μετά και το γενικό lockdown και την αβεβαιότητα που προκαλεί η πανδημία.
Συγκεκριμένα, στην έκθεσή της για την 6η αξιολόγηση σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει λόγο για ύφεση 10% φέτος αλλά ισχυρή ανάκαμψη το 2021, τονίζοντας όμως πως υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα σε αυτή την πρόβλεψη.
Για πρώτη φορά λοιπόν έπειτα από αρκετά χρόνια θα υπάρχει πρωτογενές έλλειμμα, που σύμφωνα με τις προβλέψεις της Κομισιόν θα φτάσει στο 3,5% του ΑΕΠ και η ανεργία θα αγγίξει το 20%. Ωστόσο, από του χρόνου εκτιμά ότι θα υπάρξει επιστροφή στα πρωτογενή πλεονάσματα.
Με την έκθεσή της η Κομισιόν δίνει παράλληλα το «πράσινο φως» για την εκταμίευση 748 εκατ. ευρώ προς την Ελλάδα από κέρδη ομολόγων.
Η έκθεση διαπιστώνει ότι «λαμβάνοντας υπόψη τις έκτακτες συνθήκες από την έξαρση του κορονοϊού, η Ελλάδα έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για να επιτύχει τις προβλεπόμενες συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές δεσμεύσεις».
Παράλληλα, προειδοποιεί για ισχυρό πλήγμα στον τουρισμό και στη ναυτιλία, δύο από τους σημαντικότερους τομείς της ελληνικής οικονομίας και στο μέτωπο της φορολογίας σημειώνει ότι οι ελληνικές αρχές δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν μέσα σε αυτή την κατάσταση τη ρύθμιση για ευθυγράμμιση των αντικειμενικών αξιών με τις αγοραίες. Έτσι, αυτό μετατίθεται για το 2021, με επιβάρυνση περίπου 150 εκατ. ευρώ.
Η Κομισιόν τονίζει επόσης πως οι δημόσιες επενδύσεις παραμένουν προτεραιότητα και κλείδι για τη γρήγορη ανάκαμψη μετά την πανδημία.
Στην έκθεση υπάρχουν και θετικές αναφορές για την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης στην πανδημία. «Οι ελληνικές αρχές προσάρμοσαν τις προτεραιότητες με έναν υπεύθυνο τρόπο κινητοποιώντας ένα μεγάλο ποσό για την ενίσχυση των εισοδημάτων και της ρευστότητας, παραμένοντας παράλληλα δεσμευμένες στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα υποστηρίξουν την ανάκαμψη μετά το πέρασμα του κορονοϊού», αναφέρεται μεταξύ άλλων.
«Εκτός από τη διοχέτευση πόρων για την εφαρμογή των άμεσων προτεραιοτήτων, τα περιοριστικά μέτρα που ήταν αναγκαία για την αντιμετώπιση της έξαρσης του κορονοϊού, είχαν ως παράπλευρη συνέπεια ότι επηρέασαν πολύ την ικανότητα εφαρμογής μεταρρυθμίσεων», αναφέρει.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλωσορίζει τη στενή συνεργασία των ελληνικών Αρχών με τους θεσμούς και αναγνωρίζει πλήρως την ανάγκη να αντιμετωπίσουν τον υγειονομικό και οικονομικό αντίκτυπο του κορονοϊού.
Καλωσορίζει, επίσης, ότι οι ελληνικές Αρχές συνεχίζουν να επιδιώκουν τις σε εξέλιξη μεταρρυθμίσεις, όπου είναι αυτό δυνατό, και ότι αποφάσισαν να προχωρήσουν με ένα σύνολο συμπληρωματικών δεσμεύσεων πολιτικής.
«Κοιτάζοντας στο μέλλον, η κινητοποίηση πόρων για την ενίσχυση των προσπαθειών σε τομείς που έχουν επηρεασθεί από προηγούμενες καθυστερήσεις, περιλαμβανομένων των μεταρρυθμίσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα, θα είναι σημαντικές για να υποστυλώσουν την εμπιστοσύνη και να στηρίξουν μία βιώσιμη ανάκαμψη. Οι ελληνικές Αρχές κάνουν ταυτόχρονα πρόοδο όσον αφορά τις δεσμεύσεις τους για τα μέσα του 2020, οι οποίες, μαζί με δράσεις που θα ακολουθήσουν για προηγούμενες δεσμεύσεις, θα αξιολογηθούν στο δεύτερο εξάμηνο του έτους», τονίζει η έκθεση.
Η έκθεση αναμένεται να συζητηθεί στο Eurogroup του Ιουνίου.
Συστάσεις στους 27 για επικέντρωση σε υγεία και απασχόληση
Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει τώρα να επικεντρωθούν στις επενδύσεις στη δημόσια υγεία και την προστασία θέσεων εργασίας και εταιριών και να ανησυχήσουν αργότερα για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, ανέφερε σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε μια αλλαγή από τις συνήθεις εκκλήσεις της για συνετές πολιτικές και μεταρρυθμίσεις.
Στις ετήσιες συστάσεις της προς τις 27 χώρες-μέλη της ΕΕ, η Κομισιόν ανέφερε ότι η ΕΕ θα πρέπει να συντονίσει την προσέγγισή της στην οικονομική ανάκαμψη μόλις υποχωρήσει η πανδημία του κορονοϊού.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα σε όλες τις χώρες της ΕΕ, με εξαίρεση τη Βουλγαρία, θα διευρυνθεί φέτος πολύ πέρα από το όριο που έχει θέσει η ΕΕ για 3% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, καθώς οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν κρατικούς πόρους για να στηρίξουν τις οικονομίες τους που αυτή τη χρονιά αναμένεται να καταγράψουν βαθιά ύφεση. Το δημόσιο χρέος επίσης πρόκειται να εκτοξευθεί, παραβιάζοντας το συνηθισμένο προαπαιτούμενο της ΕΕ για μείωσή του.
Ο Τζεντιλόνι κάλεσε τις κυβερνήσεις να επικεντρώσουν τις επενδύσεις και τις μεταρρυθμίσεις κατά τη διάρκεια της φάσης ανάκαμψης στην προτεραιότητα της ΕΕ για μια μετάβαση σε μια ‘πράσινη’ και ψηφιακή οικονομία και για διασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης.
