ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηταν λίγες μέρες πριν από τη δικτατορία του 1967 (πριν… αισίως 53 χρόνια), όταν ένα βράδυ βρέθηκα στο σπίτι του ποιητή Γιάννη Νεγρεπόντη (που έγραφε –και- κριτική ποίησης στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή», όπου είχα αρχίσει κι ελόγου μου τη δημοσιογραφική διαδρομή) και της συζύγου του, της γλύπτριας Αργυρώς Καρύμπακα. Εκεί και ο συνθέτης Μάνος Λοΐζος κι ένας άκρως ενδιαφέρων συνδαιτυμόνας, ο συγγραφέας Θέμος Κορνάρος, του οποίου είχα διαβάσει τα περισσότερα βιβλία.

Ενα μέρος της βραδιάς αναλώθηκε στα «Νέγρικα», τη νέα σειρά τραγουδιών του Λοΐζου σε ποίηση Νεγρεπόντη. Και κάπου εκεί η πρόσκληση των δύο δημιουργών στον Κορνάρο να παραστεί στη συναυλία με το έργο αυτό, την επομένη ή τη μεθεπομένη, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς. Ο Κορνάρος ευχαρίστησε, αλλά: «Παιδιά μου, είναι αδύνατο να έρθω. Εχω μπλεχτεί, χρωστάω… Τι θα πει αν με δει κάποιος; Ο Κορνάρος χρωστάει και το γλεντάει; Οταν, με το καλό, ξοφλήσω…». Προσπάθησαν να τον μεταπείσουν – μάταια.

Σε ποιους χρωστούσε; Βλέποντας την απήχηση που είχαν τα βιβλία του, και θέλοντας να φτάσουν φτηνότερα στον κόσμο, αποφάσισε να κάνει ο ίδιος τον εκδότη. Αλλά άμοιρος περί την αγορά (τυπογραφία, διανομή, βιβλιοπωλεία) μπήκε μέσα. Και καθώς τα γραμμάτια έτρεχαν, έκανε τον πλασιέ σε μια ασφαλιστική εταιρεία να τα βγάλει πέρα.

Βιβλία – βιώματα

Ο Θέμος Κορνάρος είναι ο συγγραφέας που είχε κάνει τα βιώματά του βιβλία, που τα έγραφε, θα λέγαμε, με το αίμα του. Αρχές του 1933 το πρώτο του βιβλίο: «Αγιον Ορος – οι Αγιοι χωρίς μάσκα», ένα αποκαλυπτικό βιβλίο. Κι ένα χρόνο αργότερα η «Σπιναλόγκα», που αναφέρεται στην άθλια ζωή των εγκαταλειμμένων, από κράτος και κοινωνία, λεπρών, στο ερημονήσι, κάτω από την Κρήτη. Βιβλία που ο Φώτος Πολίτης είχε χαρακτηρίσει (από την εφημερίδα «Πρωία») «άγριο μαστίγωμα μιας οικτρής κατάστασης, που απαιτεί την επέμβαση της ορθοδόξου Εκκλησίας». Η Εκκλησία επενέβη, αλλά για να απαγορευτούν τα βιβλία!

Γεννημένος το 1906 στο χωριό Σίβα, στο Ηράκλειο της Κρήτης, γόνος πολυμελούς οικογένειας, ο Κορνάρος, μπήκε νωρίς στη βιοπάλη – κυρίως δουλειές του ποδαριού, ανά την Ελλάδα. Τα βιώματα και το κλίμα της εποχής τον φέρνουν στο ΚΚΕ, γίνεται σημαντικό στέλεχος, μέλος της Κ.Ε. Διαφωνεί όμως με την τακτική του Ζαχαριάδη και παύεται, χωρίς όμως να απαρνηθεί την κομμουνιστική ιδεολογία. Στη δικτατορία του Μεταξά εξορίζεται –και αυτό είναι η αρχή, αφού θα κάνει φυλακή και εξορία– με κάποια… διαλείμματα – συνολικά 24 χρόνια κι 8 μήνες!

Συμμετέχει ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς, βασανίζεται στα μπουντρούμια της οδού Μέρλιν και μεταφέρεται στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου περιμένοντας τον θάνατο. Γλιτώνει από τους Γερμανούς και καταγράφει τις εμπειρίες του στο βιβλίο – μαρτυρία «Στρατόπεδο του Χαΐδαριού» – όπου και η περιγραφή της… επιλογής και της εκτέλεσης των 200 αγωνιστών από τους ναζί, την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Με τον εμφύλιο τον περιμένει η εξορία στον Αϊ-Στράτη. Αλλά πλέον είναι γνωστός. Τον Ιούλιο του 1951 δεκαοχτώ διεθνείς προσωπικότητες, με επικεφαλής τον Αϊνστάιν, ζητούν την απελευθέρωσή του. Ο δε Γιάννης Ρίτσος, συμπαριστάμενος, του αφιερώνει –και δημοσιεύεται στην «Αυγή»- εκτενές ποίημα με τίτλο «Κουμπάρε, σ’ ευχαριστούμε» (το κουμπάρε ήταν προσφιλής έκφραση του Κορνάρου, με όποιον μιλούσε). Και ήταν το 1952, όταν, επιτέλους, αφήνεται ελεύθερος.

Στα «ψιλά»…

Από την κουβέντα, εκείνο το βράδυ στο σπιτικό του Νεγρεπόντη και της Καρύμπακα, συγκρατώ (και) την άποψη του Κορνάρου στο ερώτημα πώς άντεχε τα βασανιστήρια: «Κουμπάρε, ο άνθρωπος είναι γεμάτος αδυναμίες, αλλά και αντοχές, που όμως του αποκαλύπτονται σε καιρούς δύσκολους. Οταν λέω αντοχές εννοώ ακόμα και έναν μικρό πυρήνα δύναμης. Ε, λοιπόν, άμα αντέξεις τα πρώτα χτυπήματα, ο πυρήνας αυτός απλώνεται σε όλο το σώμα – οπότε, άστους να βαράνε!»

Στη δικτατορία του 1967 δεν τον έπιασαν (κι αυτό το έφερε βαρέως – δεν τον υπολόγιζαν πλέον!). Η φτώχεια και η εγκατάλειψη από τους πρώην συντρόφους τον οδήγησαν στον ξεπεσμό. «Δεν βρέθηκε άνθρωπος, οργάνωση, πολιτική μέριμνα να βοηθήσει αυτό τον εξαιρετικό συγγραφέα, μια εξέχουσα αξία των ελληνικών γραμμάτων», έγραψε ο Μάρκος Αυγέρης. Ο θάνατος τον βρήκε στις 23 Απριλίου 1970 (πριν 50 χρόνια – εξ ου και η παρούσα μνεία, με «δάνεια» κι από προηγούμενα κείμενά μου), στα 64 του. Αυτοί που παρέστησαν στην κηδεία δεν ξεπερνούσαν τους δέκα, ενώ η είδηση πέρασε στα «ψιλά» των εφημερίδων…