ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από το βράδυ του Σαββάτου η Γερμανία ξεκινάει τη χαλάρωση των απαγορευτικών μέτρων στα σύνορα με τις γειτονικές της χώρες, αρχής γενομένης από το μικρό Λουξεμβούργο – και μέχρι τις 15 Ιουνίου σχεδιάζει να άρει όλους τους περιορισμούς στις εισόδους της χώρας, εάν δεν υπάρξει νέα έξαρση κρουσμάτων του κορονοϊού.

Το Σαββατοκύριακο ξαναρχίζει και το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου με ματς-φαντάσματα, όπως έχουν χαρακτηριστεί, σε άδεια γήπεδα. Τις επόμενες ημέρες αναμένεται να ανοίξουν και οι πτήσεις εξωτερικού. Ωστόσο, η μεγάλη αύξηση του δείκτη μετάδοσης R, την τελευταία εβδομάδα, προκαλεί νέο κύμα ανησυχίας στους Γερμανούς για το ενδεχόμενο να επιστρέψουν σε καραντίνα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ινστιτούτου «Ρόμπερτ Κοχ», 4.878 κρούσματα καταγράφηκαν τις τελευταίες επτά ημέρες και ο δείκτης μετάδοσης στον συνολικό αριθμό αποτυπώνεται στο 5,9 ανά 100.000 κατοίκους.

Η εξάπλωση όμως δεν είναι αναλογική σε όλες τις περιοχές και τα περιοριστικά μέτρα εφεξής θα είναι στοχευμένα εκεί όπου διαπιστώνεται έξαρση των κρουσμάτων, στις πόλεις Κοέσφελντ της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας (καταγεγραμμένα 147 κρούσματα), Ρόσενχαϊμ της Βαυαρίας (38) και Σόνεμπεργκ της Θουριγγίας (32) και οι δείκτες μετάδοσης είναι περισσότεροι από 60 ανά 100.000 κατοίκους, με όριο συναγερμού τα 50 κρούσματα.

Σχεδόν όλα τα κρούσματα σε αυτές τις περιοχές εντοπίζονται στη βιομηχανία κρέατος, στους εποχικούς εργάτες από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία που εργάζονται στα σφαγεία και τις μονάδες επεξεργασίας κρέατος.

Οι εποχικοί εργάτες διαμένουν σε παλιά στρατόπεδα κάτω από άθλιες συνθήκες, χωρίς τα στοιχειώδη μέτρα υγιεινής και ασφάλειας υπό την επιστασία υπεργολάβων που δεν υπάγονται στους γενικούς κανόνες ελέγχου των επιχειρήσεων.

Το παρήγορο για τις γερμανικές αρχές είναι ότι αυτοί οι σύγχρονοι gastarbeiter βρίσκονται απομονωμένοι από τον αστικό ιστό και τον γενικό πληθυσμό και η επιβολή καραντίνας είναι εύκολη υπόθεση. Στις άλλες εστίες μετάδοσης ακολουθείται η διαδικασία της ιχνηλάτησης και περιορισμού των ανθρώπων που ήρθαν σε επαφή με τους ασθενείς.

Εντούτοις, ενώ μία εβδομάδα νωρίτερα η πλειοψηφία των πολιτών στη Γερμανία ήταν σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις υπέρ της άμεσης άρσης των περιοριστικών μέτρων (το 54% δήλωνε ότι θέλει επιστροφή στην κανονικότητα, ενώ το 41% δήλωνε πως οι απαγορεύσεις θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ) στην τελευταία δημοσκόπηση του ινστιτούτου Infratest, που παρουσιάστηκε από τη δημόσια τηλεόραση ARD την περασμένη Παρασκευή, η διάθεση έχει αναστραφεί και το 56% θέλει τη διατήρηση των περιορισμών που είχαν επιβληθεί στην έναρξη της πανδημίας, στις αρχές Απριλίου.

Οικονομικές απώλειες

Από την άλλη όμως επιδεινώνονται και οι δείκτες ανησυχίας για τις οικονομικές συνέπειες και δικαιολογημένα, καθώς οι νεότερες εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης έρχονται να αναθεωρήσουν προς το χειρότερο τις προηγούμενες.

Η καθίζηση της οικονομίας, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών Ολαφ Σολτς, θα προκαλέσει μέσα στο 2020 απώλεια φορολογικών εσόδων της τάξεως των 100 δισ. ευρώ (τα επιπλέον 20 δισ. ευρώ που είχαν εγγραφεί στον προϋπολογισμό σε σχέση με το 2019 και άλλα 80 δισ. ευρώ), πρόβλεψη που υπερβαίνει κατά πολύ όλες τις προηγούμενες που είχαν διατυπωθεί και δεν είχαν συνυπολογίσει τις απώλειες εσόδων των τοπικών κυβερνήσεων από το κλείσιμο των δημοτικών συγκοινωνιών, των αθλητικών εγκαταστάσεων και άλλων δημοτικών και περιφερειακών επιχειρήσεων.

Τη Δευτέρα το υπουργικό συμβούλιο θα συζητήσει πρόσθετα μέτρα οικονομικής ενίσχυσης των περιφερειακών προϋπολογισμών, καθώς και το σκανδαλώδες θέμα των συνθηκών διαμονής και εργασίας των εποχικών εργατών στη βιομηχανία κρέατος. Μιλώντας την περασμένη Πέμπτη στην Ομοσπονδιακή Βουλή η Ανγκελα Μέρκελ αναφέρθηκε και στα δύο θέματα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα διατεθούν και άλλα κονδύλια πέραν όσων ήδη έχουν ανακοινωθεί αφενός για την επανεκκίνηση της οικονομίας και αφετέρου για τον περιορισμό του υγειονομικού κινδύνου στη φάση της σταδιακής χαλάρωσης των περιορισμών.

Για πρώτη φορά όμως δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο αύξησης των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών, λέγοντας ότι «αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει στα σχέδια της κυβέρνησης πρόταση περαιτέρω αύξησης», όμως όπως έσπευσε να εξηγήσει «είναι χαρακτηριστικό της πολιτικής να απαντάμε πάντοτε με βάση την παρούσα στιγμή, ειδάλλως θα ήμασταν μέντιουμ και δεν τολμώ να παίξω τέτοιο ρόλο». Και η ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών δεν αποκλείει την αύξηση των φορολογικών και ασφαλιστικών συντελεστών εάν οι οικονομικοί δείκτες επιδεινωθούν και άλλο.

Μείωση του ΑΕΠ

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις που έκανε χθες η Στατιστική Αρχή της Γερμανίας το πρώτο τρίμηνο του 2020 το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 2,2% σε σύγκριση με το τελευταίο τρίμηνο του 2019 και η απότομη πτώση οφείλεται αποκλειστικά στην καθίζηση του Μαρτίου, καθώς ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος είχαν θετικό πρόσημο.

Σε σύγκριση με τη Γαλλία και την Ιταλία, όπου η μείωση αποτυπώνεται σε 5,8% και 4,7% αντιστοίχως, η Γερμανία βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση, ωστόσο οι προβλέψεις για το δεύτερο τρίμηνο του 2020 παραπέμπουν σε ύφεση άνευ προηγουμένου και μεσοσταθμικά για το τρέχον έτος στο 6,3%, μεγαλύτερη και από την ύφεση του 2009, στο ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, όταν το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 5,7%. Και αυτές οι εκτιμήσεις κινούνται στον άξονα της σταδιακής επιστροφής στην κανονικότητα και οικονομικής ανάκαμψης το δεύτερο εξάμηνο του 2020.

Υπό το πρίσμα των νέων υπολογισμών η καγκελάριος της Γερμανίας έδωσε την προηγούμενη εβδομάδα και ένα νέο στίγμα για την ευρωπαϊκή πολιτική της, μιλώντας σε κλειστή συνεδρίαση του κόμματός της για όλο το πλέγμα των προβλημάτων που προκάλεσε η πανδημία.

Παρακάμπτοντας με εύσχημο τρόπο την απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου για το θέμα της αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ, η Α. Μέρκελ ανέφερε πως «απαιτείται συντονισμένη προσπάθεια προκειμένου να διατηρηθεί ένα ισχυρό ευρώ» και σε αυτή την προσπάθεια περιλαμβάνεται «και η συμμετοχή της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας στις δραστηριότητες της ΕΚΤ».

Και ο τρόπος για να συνεχιστεί αυτή η συμμετοχή είναι πριν από την αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ να υπάρχει σύμφωνη απόφαση της γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής, καθώς την αρμοδιότητα επί των δημοσιονομικών θεμάτων έχει αποκλειστικά το Κοινοβούλιο.

Το ερώτημα βεβαίως είναι αν η Βουλή της Γερμανίας θα εγκρίνει όλες τις αποφάσεις της ΕΚΤ όπως και τα Κοινοβούλια των άλλων χωρών της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης που έχουν ανάλογες αρμοδιότητες.