ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αρτεμις Σπηλιώτη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το σχέδιο που επεξεργάστηκε η Τράπεζα της Ελλάδος για τη δημιουργία bad bank παρουσίασε στην κυβέρνηση πριν από το Πάσχα ο Γιάννης Στουρνάρας. Η πρόταση, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες, αφορά την ίδρυση εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων – Asset Management Company. Πρόταση η οποία υπάρχει στο τραπέζι ήδη από το 2015 (πρόταση Σταθάκη – Νοmura) και αποτελούσε «εξέλιξη» της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ, που ήδη από το 2014 είχε προτείνει τη δημιουργία φορέα διαχείρισης ιδιωτικού χρέους στην κατεύθυνση ολιστικής και όχι τραπεζοκεντρικής αντιμετώπισης του προβλήματος που αντιμετώπιζαν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Και ενώ ήδη υπήρχαν σκέψεις και δημόσιες τοποθετήσεις και κορυφαίων τραπεζικών στελεχών υπέρ μιας bad bank (η πρώτη κρούση έγινε το 2013), η πρόταση της αριστερής… ιδεοληπτικής κυβέρνησης απορρίφθηκε μετ’ επαίνων από τους θεσμούς – «δεν είναι κακή αλλά να τη δούμε αργότερα» στο τέλος του 2015 πριν από τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και την υιοθέτηση της οδηγίας ΒRRD.

Στην πραγματικότητα οι θεσμοί έβαζαν σταθερά κάθε είδους προσκόμματα στις προσπάθειες ολιστικής αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους, επικαλούμενοι ότι δεν μπορούν να υπάρχουν εξαιρέσεις. Θα πρέπει να θεωρούνται άθλοι η ένταξη όλων των οφειλών στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (νόμος Κατσέλη/Σταθάκη), ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών, ο Κώδικας Δεοντολογίας και η καθιέρωση των εύλογων δαπανών διαβίωσης, καθώς και το πλαίσιο προστασίας της πρώτης κατοικίας που για πρώτη φορά συμπεριέλαβε και επιχειρηματικά δάνεια συνδεδεμένα με την πρώτη κατοικία και επιδότηση από το κράτος της δόσης του δανείου.

Αλλά η AMC δεν προχώρησε παρά το γεγονός ότι στις Βρυξέλλες είδαν, έστω και με καθυστέρηση, το 2018, το «φως το αληθινό» και δόθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για τη δημιουργία εθνικών ΑΜC (δικαιώνοντας τις ελληνικές αριστερές «ιδεοληπτικές» θέσεις) που θα μπορούν να αγοράζουν «πακέτο» προβληματικών δανείων από τράπεζες, να το διαχειρίζονται χωρίς ζημιές και χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση που θα οδηγούσε σε bail in.

H βασική αρχή είναι να αποδεικνύεται ότι το Δημόσιο ενεργεί όπως οποιοσδήποτε άλλος οικονομικός παράγοντας και επομένως δεν παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα για την προβληματική τράπεζα.

Ετσι, για να μη θεωρηθεί κρατική ενίσχυση, θα πρέπει να τηρούνται κάποιοι κανόνες για τις συναλλαγές, δηλαδή να αποδεικνύεται ότι γίνονται σε τιμές αγοράς, λαμβάνοντας μια σειρά δεδομένα, παραμέτρους και εκτιμήσεις.

Η δημιουργία μιας ελληνικής ΑΜC φαίνεται να «σκάλωσε» κατ’ αρχήν στους θεσμούς, κυρίως σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότησή της -υπήρξε απροθυμία των δανειστών να προσθέσουν στο κονδύλι του τρίτου προγράμματος και το κόστος αγοράς των «κόκκινων» δανείων- και δευτερευόντως στους τραπεζίτες που εξέφραζαν φόβους για την επίπτωση στα κεφάλαια των τραπεζών. Επιπλέον, τα σχέδια για μείωση των «κόκκινων» δανείων μέχρι το τέλος του 2021 που είχαν συμφωνήσει με τον SSM οι τράπεζες ήταν ήδη σε εξέλιξη και εντός στόχων και η γενικότερη συζήτηση για δημιουργία μιας bad bank χαρακτηρίστηκε το 2018 ανεπίκαιρη, καθώς θα έδινε, σύμφωνα με τον επόπτη, …σήμα σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των σχεδίων. Η ΕΚΤ δεν ήταν διατεθειμένη να αλλάξει τη στρατηγική ενεργητικής διαχείρισης των προβληματικών δανειακών χαρτοφυλακίων από τις ίδιες τις τράπεζες.

Και κάπως έτσι, η συζήτηση μετατέθηκε για το 2020 και βλέπουμε. Βέβαια τότε ουδείς μπορούσε να προβλέψει ότι στο ξεκίνημα του 2020 η Ευρώπη -και ολόκληρος ο κόσμος- θα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κρίση.

Ωστόσο το πρόβλημα των ελληνικών «κόκκινων» δανείων ήταν και παραμένει πολύ μεγάλο και αναζητήθηκε μια συστημική λύση που θα επιτάχυνε τη μείωσή τους. Ετσι φτάσαμε στο Πρόγραμμα Προστασίας Στοιχείων Ενεργητικού – Asset Protection Schemes (APS), το σχέδιο τιτλοποιήσεων δανείων ύψους άνω των 30 δισ. ευρώ με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, γνωστό πλέον ως σχέδιο «Ηρακλής». Σχέδιο που λόγω κορονοϊού έχει… παγώσει εν αναμονή βελτίωσης των συνθηκών ώστε να επανέλθουν οι επενδυτές.

Οπότε, από την πλευρά του οικονομικού επιτελείου η συζήτηση για bad bank θεωρείται άκαιρη στην παρούσα φάση.

Το παράδειγμα της Ιρλανδίας

H NAMA, που συστάθηκε στα τέλη του 2009 πριν από την υιοθέτηση της ενιαίας εποπτείας στο ευρωσύστημα (τέλη 2014), χρηματοδοτήθηκε από το Δημόσιο και αγόρασε από 5 τράπεζες έναντι 32 δισ. ευρώ στεγαστικά δάνεια και ενεχυριασμένα ακίνητα ονομαστικής αξίας 74 δισ. ευρώ (μέση έκπτωση 57%). Το 2018, το ιρλανδικό Δημόσιο όχι μόνο έχει ρεφάρει το ποσό που διέθεσε, αλλά έχει και κέρδη κοντά στα 2 δισ. ευρώ.

Στην Ισπανία συστάθηκε το καλοκαίρι του 2012 η Sareb, απέκτησε από 8 τράπεζες στεγαστικά δάνεια ύψους 50,8 δισ. ευρώ με έκπτωση 63%, δαπανώντας περίπου 19 δισ. ευρώ. Ετσι, οι ισπανικές τράπεζες κατάφεραν σε μια πενταετία να μειώσουν τους δείκτες επισφαλειών στο 5% από 22%.