Παίρνοντας την σκυτάλη από την ευρηματική λίστα της Ρημ Χατίμπ, μπαίνω στον πειρασμό να προτείνω κι εγώ το δικό μου σάουντρακ. Με τα κορονο-τράγουδα, όχι της πικρής πατρίδας, αλλά του πικρού φαρμάκου που λέγεται αυτο-απομόνωση.

Κάποιοι λένε ότι πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια. Το σίγουρο είναι ότι σε στιγμές σαν αυτές, όχι πώς τις έχουμε ξαναπεράσει ακριβώς έτσι, επιστρέφει κανείς στις αγαπημένες του ταινίες, τα αγαπημένα του βιβλία, τα αγαπημένα τραγούδια, αναζητώντας καταφύγιο στη χαμένη πατρίδα της νεότητας, ελπίζοντας ότι η μνήμη θα την ξανακερδίσει. Συγχωρέστε τη γλυκανάλατη διάθεση, αρκετή αγριάδα μας περικυκλώνει. Η εικονική διαδικτυακή κασέτα που ακολουθεί έχει τρυφερότητα, νοσταλγία, κι ας είναι κλισέ, και αγάπη για τα κοντινά μας πρόσωπα. Τη χρειάζονται όσο κι εμείς.

Protection – Massive Attack (1994)

Από το δεύτερο ομώνυμο άλμπουμ του  σπουδαίου -όπως και να το δεις κανείς- συγκροτήματος από το Μπρίστολ, με την εξαίσια θλιμμένη φωνή της Τρέϊσι Θορν των Εverything but the Girl, το Protection μιλάει για αυτό το είδος της προστασίας που όλοι χρειαζόμαστε κάποιες στιγμές. Δεν είναι ο προστατευτικός υγειονομικός κλοιός του κράτους-γκουβερνάντα, ούτε τα κλομπ και οι απαγορεύσεις του Προστάτη του Πολίτη. Είναι η ζεστασιά μιας αγκαλιάς, κάποιου, κάποιας να μας προσέχει. «Θα σταθώ εγώ μπροστά σου, θα δεχθώ εγώ το χτύπημα για σένα», υπόσχεται στον ιδεώδη ακροατή, αγόρι ή κορίτσι, η Τρέισι, και θα θέλαμε πολύ να την πιστέψουμε.

Bomb The Bass – Say A Little Prayer (1988)

Aκόμα πιο πίσω στο χρόνο, στην πραγματική πατρίδα των παιδικών μου χρόνων, όταν οι μόνες εκπομπές με ποπ και ροκ στην ελληνική τηλεόραση ήταν το Μουσικόραμα της ΕΡΤ, άντε και το Μουσικό Καλειδοσκόπιο της ΕΡΤ-2, ενώ το ΜΤV που είχε μόλις ξεκινήσει να εκπέμπει στην Ευρώπη μας φαινόταν όαση. Πολλά ειπώθηκαν για τη θρησκεία αυτές τις μέρες, και για το πόσο άργησαν να κλείσουν οι εκκλησίες παρά τους κινδύνους του κορονοϊού. Ομως δε χρειάζεται να πάει κανείς στην εκκλησία, ούτε καν να  πιστεύει στην επίσημη θρησκεία για να πει μια προσευχή, για να’ναι καλά όσοι αγαπάει. Το πρωτοτραγούδησε η Ντιόν Γουόργουικ, το ερμήνευσε ανεπανάληπτα η Αρέθα Φρανκλιν, το μίξαραν οι πρωτοπόροι για την εποχή τους  Βοmb the Bass. Θα μείνω σ’αυτούς γιατί μ’αρέσουν τα φαρδιά τους φούτερ, το μίνι που φοράει η τραγουδίστρια, o ρυθμός του μπάσου και των ντραμς, το μείγμα αισθησιασμού και αδιαφορίας που τους διακρίνει.

Stand by your Man – Tammy Wynette, 1968

To τραγούδι που αγαπάνε να μισούν οι φεμινίστριες, αφού με την πρώτη ματιά μοιάζει ο ύμνος της υποταγμένης γυναίκας, είναι στην πραγματικότητα μια έκκληση στην γυναικεία δύναμη. Μη σταθείτε στο μαλλί λάχανο της μεγάλης κάντρι τραγουδίστριας Τάμι Γουαϊνέτ – και οι δικές μας Μαρινέλλα και Μαίρη Λίντα εκείνη την εποχή τέτοιο μαλλί είχανε. Μη σταθείτε καν στους ηθικοπλαστικούς στίχους, να αγαπάς τον δικό σου και να τον στηρίζεις, γιατί στο κάτω κάτω «δεν είναι παρά ένας άντρας». Ακούστε τη θεϊκή φωνή της και αφήστε να σας ταξιδέψει.

I Got a Woman – Johnny Cash, June Carter-Cash, 1968

Zωντανά από τη φυλακή του Φόλσομ στην Καλιφόρνια, αυτό το τραγούδι του Ρέι Τσαρλς, όπως το λέει ο αιώνιος «Αντρας με τα Μαύρα» με την αγαπημένη του σύντροφο Τζουν Κάρτερ, μεταμορφώνεται σε κάτι παραπάνω από το  κάλεσμα του ξαναμμένου αρσενικού στη γυναίκα που ζει στην άλλη πλευρά της πόλης και «είναι καλή μαζί του». Οι φωνές των φυλακισμένων από κάτω, που έχουν μήνες ή χρόνια να απολαύσουν γυναικεία παρέα, η φωνή της Τζουν Κάρτερ, που δεν ακομπανιάρει απλώς τον Τζόνι Κας αλλά τον ανεβάζει σε άλλο επίπεδο, ακόμα και τα σόκιν αστειάκια που ακούγονται στο τέλος του τραγουδιού για το «ποιος θα βιδώσει αυτό το μικρόφωνο», όλα μυρίζουν φυλακή, μοναξιά, κλεισούρα, ανάγκη για οικειότητα και την έλλειψή της. Δε συγκρίνεται βέβαια με την εκούσια οικιακή φυλακή ελέω κορονοϊού, αλλά υπάρχουν μακρινές ομοιότητες.

Can’t help falling in Love with you, Dead Moon, 1988

Δεν έχει σημασία που η φωνή της Τούντι δεν είναι ούτε γλυκιά ούτε μεθυστική σαν του Έλβις, αλλά μάλλον ωμή και ραγισμένη. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Δεν έχει σημασία που ο ήχος της γκαραζόμπαντας των Dead Moon είναι γυμνός και σχεδόν πρωτόγονος. Ίσως είναι καλύτερα έτσι, και οι χιλιάδες ανά τον κόσμο οπαδοί του πιο καλτ συγκροτήματος του πλανήτη το ξέρουν (καλά δε λέω Χρήστο Κ;)  Έχει σημασία που η Τούντι πιστεύει κάθε λέξη από το τραγούδι, νιώθει κάθε ανάσα και αγάπησε πιστά τον Φρεντ Κόουλ, όλη της τη ζωή όσο κι εκείνος – χωρίς να ξεπουλήσουν ποτέ ούτε μια νότα από την ασυμβίβαστα παλιομοδίτικη, γι’αυτό και πάντα σύγχρονη, μουσική τους. Θα θυμόμαστε τον Φρεντ Κόουλ πάντοτε, γιατί αυτό που μένει όταν τα φώτα σβήνουν είναι η αγάπη.