ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΟΥΝ ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ

«Δεν θα πρέπει να χαλαρώσουμε ειδικά τώρα ενόψει του Πάσχα. Θα πρέπει να παραμείνουμε μέσα γιατί η κατάσταση είναι ακόμα εύθραυστη». Η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ στο χθεσινό διάγγελμά της προειδοποίησε τους πολίτες να μην παίρνουν αψήφιστα τη σχετικά ελεγχόμενη κατάσταση με την πανδημία που έχει πετύχει ώς τώρα η χώρα.

«Θα πρέπει να προφυλάξετε τους ανθρώπους που κινδυνεύουν περισσότερο από τον ιό και μαζί με αυτούς το σύστημα υγείας κρατώντας τις αποστάσεις και ελαχιστοποιώντας τις κοινωνικές επαφές», ανέφερε μεταξύ άλλων. Τόνισε επίσης ότι η άρση των προστατευτικών μέτρων -τα οποία θα ισχύσουν ως έχουν τουλάχιστον ώς τις 19 Απριλίου- θα γίνει «με μικρά βήματα» και λαμβάνοντας υπόψη κάθε φορά όλες τις παραμέτρους.

Το μήνυμα της Μέρκελ προς τους πολίτες ήρθε ενώ η Γερμανία κατέγραφε χθες 246 νέους θανάτους (2.107 συνολικά) και 4.974 νέα κρούσματα, γεγονός που ανεβάζει τον συνολικό αριθμό στα 108.202. Νούμερα σχετικά «καλά» αν συγκριθούν με τα αντίστοιχα της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Βρετανίας ή μόνο της Νέας Υόρκης, τα οποία ωστόσο μαρτυρούν μια επιδείνωση σε σχέση με την ώς τώρα πορεία της Γερμανίας. Η χθεσινή ήταν η τέταρτη κατά σειρά μέρα που ο αριθμός των θανάτων παρουσίαζε άνοδο ύστερα από μια πτώση επίσης τεσσάρων ημερών, που έκανε πολλούς να πιστεύουν πως η Γερμανία είχε αρχίσει να «χαμηλώνει την καμπύλη».

Αυτή η μικρή αύξηση δεν εξέπληξε πάντως τους επιστήμονες της χώρας. Πριν από τρεις μέρες ο Λόταρ Βίλερ, ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Ρόμπερτ Κοχ, που είναι αρμόδιο για την πρόληψη και τον έλεγχο των μολυσματικών ασθενειών, είχε τονίσει πως δεν έχει έλθει η ώρα για τη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων και είχε προειδοποιήσει ότι ο αριθμός των θανάτων θα συνεχίσει να αυξάνεται, καθώς όλο και περισσότεροι ηλικιωμένοι προσβάλλονται από τον κορονοϊό. Υπενθύμισε ότι στις πρώτες φάσεις της πανδημίας πολλοί νέοι άνθρωποι είχαν προσβληθεί από τον Covid-19. Ο μέσος όρος ηλικίας των περιστατικών στη Γερμανία είναι τα 49 χρόνια, πολύ χαμηλότερος από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Γεγονός που εξηγεί εν μέρει τον χαμηλό βαθμό θνητότητας συγκριτικά με το μέγεθος των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων (1,6%).

Ο χαμηλός μέσος όρος ηλικίας των νοσούντων είναι ένας από τους παράγοντες που έθιγε πρόσφατο ρεπορτάζ των New York Times για το «γερμανικό παράδοξο» σε σχέση με τον κορονοϊό.

«Πολλοί από τους ασθενείς της πρώτης φάσης της πανδημίας κόλλησαν τον ιό σε χιονοδρομικά κέντρα της Αυστρίας και της Γερμανίας και στην πλειονότητά τους ήταν σχετικά νέοι και υγιείς. Ξεκίνησε ως η “επιδημία των σκιέρ”», λέει στην αμερικανική εφημερίδα ο Χανς Γκέοργκ Κρόισλιχ, επικεφαλής του τμήματος ιολογίας στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Χαϊδελβέργης. Αυτό, όπως σημείωνε το ρεπορτάζ, σε συνδυασμό με τον μεγάλο αριθμό διαγνωστικών τεστ (τουλάχιστον 350.000 πραγματοποιούνται κάθε εβδομάδα), την υψηλή ποιότητα του συστήματος υγείας και την πειθάρχηση του κόσμου στις οδηγίες της κυβέρνησης και των επιστημόνων.

«Μπροστά μας τα χειρότερα»

Μάλλον αντιφατικά ήταν τα μηνύματα που εξέπεμπε χθες ο Γερμανός υπουργός Υγείας Γενς Σπαν. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Handelsblatt εξέφρασε την άποψη ότι είναι δυνατή μια σταδιακή χαλάρωση των μέτρων μετά το Πάσχα των καθολικών, αυτήν την Κυριακή, εφόσον σταθεροποιηθεί η «θετική τάση» στην επιβράδυνση των κρουσμάτων, τονίζοντας ωστόσο ότι θα περάσει πολύς χρόνος ώσπου να αρχίσουν να πραγματοποιούνται και πάλι κανονικά οι μεγάλες εκδηλώσεις.

Σε άλλη συνέντευξη, όμως, που έδωσε με podcast στην ιστοσελίδα της Tagesspiegel, ήταν αρκετά πιο συγκρατημένος. «Τα χειρότερα είναι μπροστά μας», προειδοποίησε, λέγοντας πως δεν χρειάζεται πρώιμη αισιοδοξία. Ο υπουργός εξήγησε πως μολονότι οι γερμανικές ΜΕΘ απέχουν ακόμα από τον κορεσμό, ο αριθμός των ανθρώπων που χρειάζεται να εισαχθούν σε αυτές αυξάνεται καθημερινά. «Κανένας δεν είναι σε θέση να πει πόσο θα αυξηθεί η πίεση», συνέχισε ο Σπαν, προσθέτοντας πως δεν μπορεί να υποσχεθεί πως η κατάσταση δεν θα γίνει όπως στο Μπέργκαμο ή στη Νέα Υόρκη.