Όπως περιήλθε σε γνώση μου από εν ενεργεία εργαζόμενη ως συμβασιούχο στην Υπηρεσία Ασύλου, από σήμερα Παρασκευή 24/4, το Σωματείο Εργαζομένων Συμβασιούχων Υπηρεσίας Ασύλου ξεκινά απεργία διαρκείας σε ένδειξη διαμαρτυρίας, αφενός, για τη στοχευμένη εξαίρεση (μη ανανέωση σύμβασης εργασίας) 17 συμβασιούχων που εργάζονται στα νησιά και την ενδοχώρα για πάνω από μια πενταετία, αποτελώντας ως επί το πλείστον το πιο έμπειρο προσωπικό στον χειρισμό των αιτημάτων διεθνούς προστασίας.
Η συγκεκριμένη απεργία έρχεται ως συνέχεια της κινητοποίησης του Σωματείου τον περασμένο Φεβρουάριο ως αντίδραση στο νέο νομοθετικό πλαίσιο που περιορίζει δραστικά τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο.
Με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή μέσω της επιλεκτικής μη ανανέωσης συμβάσεων κατ’ αυθαίρετο τρόπο (χωρίς γενικά και αντικειμενικά κριτήρια), το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου στερεί πολύτιμη εμπειρία και διαγράφει τη θεσμική μνήμη από το ήδη υποστελεχωμένο ανθρώπινο δυναμικό των υπηρεσιών εξέτασης αιτημάτων ασύλου.
Η προσφυγική-μεταναστευτική κρίση δεν αποτελεί προεχόντως (όπως προβάλλεται επίμονα στην κυβερνητική αφήγηση και στα συστημικά media) ένα πρόβλημα εθνικής ασφάλειας, αλλά είναι ένα μείζον ανθρωπιστικό ζήτημα, η αντιμετώπιση του οποίου, εκτός από κοινωνική ευαισθησία, απαιτεί δικαιοκρατικές εγγυήσεις κατά τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία της Υπηρεσίας Ασύλου, και διαχειριστική επάρκεια-εμπειρία του προσωπικού που καλείται να φέρει εις πέρας ένα τιτάνιο έργο με τεράστιο φόρτο ευθύνης απέναντι στους αιτούντες άσυλο και την ελληνική κοινωνία.
Εικάζεται ότι η σκόπιμη παράλειψη ενσωμάτωσης των 17 προαναφερόμενων χειριστών και χειριστριών αιτημάτων διεθνούς προστασίας από λίστα των ανανεούμενων συμβάσεων έχει να κάνει με τη γενναία συνδικαλιστική δράση που έχουν αναπτύξει τα προαναφερόμενα πρόσωπα, συμμετέχοντας σε διαρκείς και επαναλαμβανόμενες κινητοποιήσεις με στόχο την αναγνώριση status μόνιμου προσωπικού στους/στις συμβασιούχους της Υπηρεσίας Ασύλου, οι οποίοι/ες καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και όχι πρόσκαιρες, απρόβλεπτες ή επείγουσες (άρθ. 103 παρ. 8 Συντ.), όπως προκύπτει από τη συνεχιζόμενη και επιτεινόμενη προσφυγική και μεταναστευτική κρίση λόγω πολεμικών συρράξεων, φτώχειας και κλιματικής υποβάθμισης σε μεγάλο μέρος του πλανήτη.
Η διασφάλιση των στοιχειωδών εργασιακών δικαιωμάτων και αξιοπρεπών όρων εργασίας δεν είναι ένα συντεχνιακό αίτημα, αλλά αποτελεί τη θεσμική εγγύηση για την βέλτιστη δυνατή προστασία των αιτούντων άσυλων ως ευάλωτης κοινωνικής ομάδας (σε μια περίοδο, μάλιστα, που τα δικαιώματά τους συρρικνώνονται ουσιωδώς ενόψει των νεότερων νομοθετικών παρεμβάσεων) και για την εύρυθμη, ορθολογική λειτουργία του δαιδαλώδους συστήματος διαπίστωσης του εάν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος.
Σε μια εποχή που η χώρα και ο πλανήτης κινούνται (απολύτως εύλογα) στους ρυθμούς της υγειονομικής κατάστασης ανάγκης του covid-19, δεν θα πρέπει να λησμονούμε τους πιο ευάλωτους και έκθετους στον ιό πληθυσμούς, η αξιοπρεπής διαβίωση των οποίων συνδέεται άρρηκτα με την κατοχύρωση ενός διαφανούς, σταθερού και ακριβοδίκαιου πλαισίου λειτουργίας της Υπηρεσίας Ασύλου ως διοικητικής δομής.
Ο διοικητικός μηχανισμός, εξάλλου, δεν είναι ένας απρόσωπος Λεβιάθαν, αλλά παίρνει σάρκα, οστά, ψυχή και μνήμη από τους ανθρώπους που τον απαρτίζουν. Και ιδίως οι συμβασιούχοι στην Υπηρεσία Ασύλου, ενόψει των άοκνων προσπαθειών που έχουν καταβάλει για τη διαχείριση ενός δυσεπίλυτου, πολυδιάστατου ζητήματος, αξίζουν μεγαλύτερου σεβασμού και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υποδαυλίζονται εκ μέρους των επίσημων κρατικών αξιωματούχων πρακτικές κοινωνικού αυτοματισμού ανάμεσα σε όσους ανανεώνεται η σύμβασή και σε όσους μένουν ξεκρέμαστοι σε μια αγορά εργασίας-άγρια ζούγκλα κατά την επόμενη μέρα της πανδημίας.
Πάντως, το αισιόδοξο μήνυμα είναι ότι, όπως προκύπτει ρητά και απερίφραστα από την κατακλείδα της ανακοίνωσης για κήρυξη απεργίας διαρκείας του Σωματείου Εργαζομένων Συμβασιούχων Υπηρεσίας Ασύλου, «δεν περισσεύει καμία/κανένας» και, στο τέλος του επίπονου, αλλά ωραίου αγώνα, «η αλληλεγγύη θα νικήσει».
*ΔΝ Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ
