Τον Περικλή Κοροβέση, που μας άφησε, δεν είχα την τύχη να τον γνωρίσω προσωπικά. Τον γνώριζα όσο τον γνώριζε και κάθε συνεπής αναγνώστης του, από τη στήλη του «Στο κέντρο του περιθωρίου» στην «Εφημερίδα των Συντακτών» κάθε Σάββατο. Και τι να προσθέσω τώρα, εγώ ο ταπεινός αναγνώστης, παραπάνω από αυτά που έγραψε γι’ αυτόν στην «Εφ.Συν.» ο Γιώργος Σταματόπουλος και παραθέτω:
«Μας ενδιαφέρει εδώ ο άνθρωπος, ο δημιουργός, αυτός που προσέφερε στην πατρίδα του, όσο κι αν αυτή η πατρίδα ήταν αφιλόξενη, ακόμη και εχθρική απέναντί του, μια πατρίδα που οι εξουσιαστικοί και τυραννικοί μηχανισμοί της λύσσαξαν να τον εξοντώσουν, να τον αφανίσουν φυσικά. Και όμως, μιλούσε με γαλήνη, κατανόηση και φυσικότητα, με χιούμορ και αυτοσαρκασμό για όλους που τον κυνήγησαν και τον βασάνισαν. Νομίζω ότι ξέρω πού οφείλεται αυτή η μακροθυμία του και αυτή του η ευπρεπής τάση να συγχωρεί: στο ότι είχε αντικρίσει με οξύνοια, και χωρίς να τρομάξει, την τραγική φύση του ανθρώπου και στο ότι ήθελε να γίνει ο άνθρωπος όντως άνθρωπος, να ανακαλύψει από μόνος του ποιος είναι και όχι να “μάθει” κατόπιν παραγγελίας».
Και λίγο παραπάνω, στο ίδιο κείμενο: «Ο Περικλής Κοροβέσης δεν επαναπαύθηκε στην απρόσμενη γι’ αυτόν επιτυχία του βιβλίου. (Να πω εδώ δυο λόγια για τη γραφή του: απέριττη, λιτή, συναισθηματικά ουδέτερη -λες και κάποιος τρίτος περιέγραφε τα βασανιστήρια που ο ίδιος υφίστατο!). Οποιος διαβάσει το βιβλίο και δεν μείνει άφωνος, σημαίνει ότι δεν το διάβασε»…
Το βιβλιαράκι

Κι εδώ έρχεται η δική μου αναφορά, καθώς ξυπνά το σημείο αυτό βαθιές, μα τόσο «ηχηρές» θύμησες (ουσιαστικό)…
Ηταν αυτό το μικρό βιβλιαράκι που έφερε ένα βράδυ ο πατέρας μου στο σπίτι, γυρίζοντας από τη δουλειά του (στον «Ελευθερουδάκη») και η σπουδή να το σπρώξει βιαστικά στο συρταράκι του κομοδίνου του, που με έκανε να σκεφτώ ότι η δική μου βιασύνη, να του πάρω δηλαδή, από τα χέρια την εφημερίδα (η «Αθηναϊκή» θαρρώ πως ήταν και άρα κάπου το ’74 ή το ’75, οπότε θα πήγαινα μάλλον πέμπτη ή έκτη δημοτικού), με έκανε να χάσω την ευκαιρία να δω τι βιβλίο είχε φέρει. Σίγουρα δεν ήταν κάποιο βιβλίο του Ιουλίου Βερν ή κάποιο εγκυκλοπαιδικό που συνήθιζε να μου φέρνει κάθε Σάββατο, αλλιώς θα μου το ’δινε…
Δεν πέρασαν πολλές μέρες και βρήκα την ευκαιρία να το «βάλω στο χέρι», χωρίς φυσικά να του το πω… Ενα μικρό βιβλιαράκι, με τον περίεργο τίτλο «Ανθρωποφύλακες». Σκέφτηκα ότι ίσως ήταν κάποιο λογοτεχνικό, σαν αυτά του Καραγάτση ή ακόμα του Βασιλικού, που δεν ήταν μάλλον για παιδιά, γι’ αυτό και έμπαιναν στο πάνω ράφι της βιβλιοθήκης για να μην τα φτάνουν τα παιδιά (έτσι μάλλον πίστευαν…).
Το διάβασα απνευστί, σε ένα απόγευμα. Τι το ’θελα! Δεν έμεινα μόνο άφωνος, όπως λέει κι ο Σταματόπουλος πιο πάνω. Ενιωσα την απέραντη φρίκη, την ασύλληπτη οδύνη που προκαλεί η ανθρώπινη κακουργία. Μαζί όμως, περιέργως πώς, ένιωσα και μια ανακούφιση, γιατί επιτέλους κατάλαβα! Κατάλαβα γιατί ο καλός μου μπαμπάς (συγχωρεμένος εδώ και χρόνια), ένας άνθρωπος σεμνός και πράος, που βρισιά δεν θυμάμαι να βγαίνει ποτέ από το στόμα του, κάθε φορά που βλέπαμε τα διαγγέλματα του Παπαδόπουλου, του Παττακού, του Μαρκεζίνη κι εκείνη την «ωραία» εκπομπή του Γεωργαλά, μούντζωνε την αθάνατη Philco, την ασπρόμαυρη τηλεόρασή μας τότε.
Και κατάλαβα, επίσης, γιατί δεν μου έλυνε την απορία όταν τον ρωτούσα «γιατί, μπαμπά, μουντζώνεις τον κύριο;», απαντώντας μου: «Οταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις». Χάρη στον Περικλή Κοροβέση κατάλαβα, κατάλαβα νωρίς ίσως, αλλά τον ευχαριστώ!
Καλλιθέα, 13.4.2020
*δάσκαλος, συντονιστής Εκπαιδευτικού Εργου
