«Κανείς δεν κυβερνάει τη Γαλλία κόντρα στο “Νουβέλ Ομπσερβατέρ”», λέγεται ότι είχε πει κάποτε ο Ντε Γκολ. Και αστικός μύθος να είναι, η φράση αντικατοπτρίζει την αξία του μεγαλύτερου δημιουργήματος του Γάλλου δημοσιογράφου και συγγραφέα, που πέθανε χθες στα 99 του χρόνια. Του Ζαν Ντανιέλ.
Είναι ο άνθρωπος που ίδρυσε το περίφημο, επιδραστικό περιοδικό το 1964 και το έκανε συνώνυμο της ανοιχτής, ελεύθερης, αριστερής σκέψης, της τέχνης και του πνεύματος, αλλά και της τολμηρής ερευνητικής δημοσιογραφίας. Που υπερασπίστηκε ό,τι προοδευτικό προσπαθεί να αλλάξει την κοινωνία, από τους αγώνες εναντίον της αποικιοκρατίας και το δίκιο των Παλαιστινίων (αν και υπέρμαχος του κράτους του Ισραήλ) μέχρι τα κινήματα των ομοφυλοφίλων και των γυναικών.
Ο Nouvel Obs, που διηύθυνε μέχρι το 2008 και όπου σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του δημοσίευε τακτικά τα περίφημα «editorial» του, τον αποχαιρέτησε χθες με ένα συγκινητικό σημείωμα στο σάιτ του: «Ο Ζαν Ντανιέλ, ο Γάλλος δημοσιογράφος με το μεγαλύτερο κύρος, πέθανε. Ηταν την ίδια στιγμή μάρτυρας, δρων και συνείδηση αυτού του κόσμου».
Γεννημένος το 1920 στην Αλγερία με το όνομα Ζαν Ντανιέλ Μπενσαΐντ, ενδέκατο παιδί μιας οικογένειας Εβραιοαλγερινών, συμμετείχε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τις Ελεύθερες Γαλλικές Δυνάμεις, πήγε στο Παρίσι να σπουδάσει φιλοσοφία, αλλά γρήγορα τον κέρδισε η πολιτική και η δημοσιογραφία. Μαρξιστής, που σταδιακά έγινε εχθρός του κομμουνιστικού απολυταρχισμού και ταυτίστηκε πολιτικά με τον Λεόν Μπλουμ και τον Μιτεράν, ο Ζαν Ντανιέλ ανήκε στην Κεντροαριστερά, τη «δεύτερη Αριστερά», όπως έλεγε.
Οταν ο Σολζενίτσιν αποκάλυψε την ύπαρξη των Γκουλάγκ στη Σοβιετική Ενωση, είχε γράψει: «Δεν θα αφήσουμε ποτέ στη Δεξιά το μονοπώλιο να καταγγέλλει την παραφροσύνη μιας δικτατορίας γραφειοκρατών». Και έλεγε: «Ο άνθρωπος της Αριστεράς που είμαι, δεν σαγηνεύτηκε ποτέ από ιδέες που οδηγούν στην παραίτηση από το δικαίωμα στην ελευθερία».
Ξεκίνησε τη δημοσιογραφία δημοσιεύοντας άρθρα στην εφημερίδα «Combat» και στη συνέχεια, με τη βοήθεια του στενού φίλου και μέντορά του Αλμπέρ Καμί («pied noir» κι αυτός, λάτρης όπως και ο Ζαν Ντανιέλ της Αλγερίας) ανοίγει το 1947 το περιοδικό Caliban. H σχέση του με τον Καμί, που καθόρισε τη ζωή του, δεν κλονίστηκε ούτε από τη διαφωνία τους για το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Αλγερίας –ο Ντανιέλ, αντίθετα με τον συγγραφέα του «Ξένου», πίστευε στην ανάγκη διαπραγματεύσεων με το FLN (Μέτωπο Εθνικής Απελεύθερωσης). Τον πόλεμο στην Αλγερία τον κάλυψε από τις στήλες του περιοδικού Express, όπου τον κάλεσε ο Ζαν-Ζακ Σερβάν Σρεμπέρ και άφησε εποχή με τα κομμάτια του, ενώ παράλληλα δεχόταν απειλές για τη ζωή του από Γάλλους Εθνικιστές και αντιμετώπιζε ποινικές διώξεις.
Καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους του παγκόσμιου Τύπου (αλλά και της διανόησης) μέσα, φυσικά, από το «Νουβέλ Ομπσερβατέρ». Ηταν συνομιλητής όλων των μεγάλων, από τον Φουκό, τον Μπαρτ, τον Λεβί-Στρος και τον Κούντερα μέχρι… τον Τζον Κένεντι. Το 1963 έγινε παγκόσμια διασημότητα με μια αποκλειστική συνέντευξη του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος του παρέδωσε και προσωπικό μήνυμα για τον Φιντέλ Κάστρο. Την είδηση της δολοφονίας του ο Ζαν Ντανιέλ την έμαθε στην Αβάνα, ενώ ήταν παρέα με τον Φιντέλ.
Είχε γράψει πολλά δοκίμια, στα ελληνικά εκδόθηκαν τα «Ταξίδι στα όρια του έθνους» και «Ο θεός είναι φανατικός» (Πόλις).
