Η σφοδρή κακοκαιρία με τρεις νεκρούς στη Βρετανία, η προώθηση της υπουργού Υγείας Ανιές Μπουζίν για τη δημαρχία του Παρισιού, τα εύσημα Τραμπ προς τον Κινέζο πρόεδο Σι για τον χειρισμό της επιδημίας του ιού Cav19, καθώς και οι εκτιμήσεις μερίδας του γερμανικού Τύπου για τις πιθανότητες ανάκτησης της εξουσίας από τον Αλέξη Τσίπρα, αποτελούν ορισμένες από τις σημαντικότερες ειδήσεις της ημέρας που ξεχωρίζουν στο διεθνή Τύπο.
Στη Βρετανία, ο Guardian γράφει στο πρωτοσέλιδό του : «Προειδοποιήσεις για πλημμύρες στον ανώτατο βαθμό, καθώς θύελλα πλήττει το Ηνωμένο Βασίλειο» και στο σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα τονίζει ότι, μεγάλα τμήματα της Βρετανίας αντιμετωπίζουν σωρεία προβλημάτων καθώς μια από τις χειρότερες χειμωνιάτικες θύελλες των τελευταίων ετών, ο Ντένις, προκάλεσαν έναν πρωτοφανή αριθμό πλημμυρών αφήνοντας χιλιάδες σπίτια βυθισμένα στο νερό. Όπως γράφει, τα σοβαρότερα προβλήματα καταγράφηκαν στη νότια Ουαλία καθώς η θύελλα έπληξε με καταρρακτώδεις βροχές και ισχυρότατους ανέμους το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Η σκοτσέζικη The Herald έχει τίτλο για το ίδιο θέμα : «1,2 δισεκατομμύρια λίρες για την ενίσχυση της πρόβλεψης που αφορά σε έκτακτες καιρικές καταστάσεις» και στο σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα γράφει ότι έναν νέος υπερ-υπολογιστής, ο οποίος θα μπορεί να προβλέπει ταχύτερα και με μεγαλύτερη ακρίβεια τις έντονες κακοκαιρίες θα κατασκευαστεί με χρήματα από την βρετανική κυβέρνηση.

Στη Γαλλία, η Le Figaro γράφει στον τίτλο της : «Μεσούσης της πλήρους κρίσης, ο Μακρόν προωθεί την Ανιές Μπουζίν στο Παρίσι» και στο κύριο άρθρο τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι η υπουργός Υγείας εγκαταλείπει την κυβέρνηση κατόπιν αιτήματος του προέδρου Μακρόν για να αντικαταστήσει τον Μπενζαμέν Γκριβό ως επικεφαλής της προεδρικής πλειοψηφίας στις δημοτικές εκλογές στη γαλλική πρωτεύουσα. Για το ζήτημα του παραιτηθέντος Γκριβό, η Le Monde γράφει στο πρωτοσέλιδό της : «Το κύμα του σοκ μετά την πτώση του Μπενζαμέν Γκριβό» και στο σχετικό ρεπορτάζ επισημαίνει ότι, η υπόθεση με το βίντεο σεξουαλικού χαρακτήρα του Γκριβό, το οποίο τον οδήγησε σε παραίτηση από την υποψηφιότητά του για τη δημαρχία της Πόλης του Φωτός, δημιουργεί ένα πολιτικό προηγούμενο, παρά το γεγονός ότι ο Γκριβό δεν έκανε κάτι παράνομο, με πολλούς πολιτικούς να υποστηρίζουν ότι η πολιτική ζωή της χώρας έχει «αμερικανοποιηθεί» καταστρέφοντας κάθε διαχωριστική γραμμή μεταξύ της δημόσιας και της προσωπικής ζωής.

Στη Γερμανία, ανταπόκριση από την Αθήνα στην οικονομική επιθεώρηση Handelsblatt έχει τίτλο :”Έτσι θα ανακτήσει την εξουσία ο πρώην πρωθυπουργός Τσίπρας”, και αναφέρεται στην προσπάθεια του τέως πρωθυπουργού να διευρύνει τον ΣΥΡΙΖΑ προς τον χώρο του Κέντρου και να αλλάξει την ονομασία του κόμματος. Όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος “κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ΣΥΡΙΖΑ πολιορκεί και ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Το σοσιαλδημοκρατικό αυτό κόμμα, με σύμβολο τον πράσινο ήλιο, είχε κυριαρχήσει την πολιτική σκηνή της Ελλάδας στη δεκαετία του ’90, αλλά βρίσκεται σε παρακμή από το 2010, όταν, στην αρχή της οικονομικής κρίσης, ακολούθησε πρόγραμμα σκληρών περικοπών. Πολλά από τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ έχουν ήδη μεταπηδήσει στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή ακριβώς την εισροή θέλει να σταματήσει η ισχυρή κομμουνιστική πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι θιασώτες της παραδοσιακής γραμμής, που εκπροσωπούν περίπου το ένα τρίτο στην κοινοβουλευτική ομάδα και στα κομματικά όργανα, δεν θέλουν πολιτικό άνοιγμα. Φοβούνται την ιδεολογική μόλυνση με θεωρίες σοσιαλδημοκρατικές ή- ακόμα χειρότερα- φιλελεύθερες”. Ποιος θα κερδίσει τελικά σε αυτή την πολιτική κόντρα; Για τον αρθρογράφο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία: “Ο Τσιπρας. Άλλος πόλος έλξης δεν υπάρχει στον ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς εκείνον το κόμμα θα φυτοζωούσε, κατά συνέπεια η μεγαλύτερη πρόκληση για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είναι να αναδειχθεί νικητής από τις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις, αλλά να διατηρήσει το κόμμα ενωμένο.

Στις ΗΠΑ τέλος, η Washington Post έχει πρωτοσέλιδο τίτλο : «Ο Τράμπ επαινεί τους συμβούλους του Σι που προειδοποίησαν για τον κορονοϊό» και στο σχετικό ρεπορτάζ αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος επαίνεσε τον κινέζο ομόλογό του για το χειρισμό της επιδημίας του κορονοϊού, πολλά μέλη της αμερικανικής κυβέρνησης αισθάνονται όλο και πιο άβολα για το ζήτημα, καθώς ανησυχούν για την έλλειψη διαφάνειας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο συνολικά το Πεκίνο αντιμετωπίζει το ζέον αυτό ζήτημα που άπτεται της δημόσιας υγείας.
