ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ματούλα Κουστένη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο πιο εμπνευσμένος σαξοφωνίστας που γεννήθηκε στην Αφρική, εκείνος που τόλμησε τους πιο ανελέητους πειραματισμούς μεταξύ φανκ, τζαζ, ρέγκε και άφρο. Εκείνος που δοκιμάστηκε στις πιο γόνιμες κι ενδιαφέρουσες συνεργασίες με τα υπόλοιπα μεγαθήρια της ηπείρου του (Μίριαμ Μακέμπα, Αντζελίκ Κιντζό, Μορί Καντέ, Ρισάρ Μπονά, Φέλα Κούτι).

Ο υπέροχος Μανού Ντιμπάνγκο, δημιουργός δεκάδων άλμπουμ, στα χέρια του οποίου απογειώθηκαν ο αφρομπίτ και ο αφροφάνκ ήχος, πέθανε στις 24 Μαρτίου στο Παρίσι, έξι ημέρες μετά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο, χτυπημένος από τον κορονοϊό.

Ο κορυφαίος σαξοφωνίστας, που κατάφερε να γίνει σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς καλλιτεχνών και να μετατραπεί σε ηγετική φυσιογνωμία της world μουσικής, αναπτύσσοντας ένα μουσικό στιλ που συνδύαζε τζαζ, φανκ και παραδοσιακή μουσική του Καμερούν, είναι το πρώτο θύμα κορονοϊού στην παγκόσμια μουσική κοινότητα.

Εξωστρεφής και χαρισματικός, μαχητικός, αστείος και πάντα με παιχνιδιάρικη διάθεση, ο Μανού Ντιμπάνγκο που τόσο είχαμε απολαύσει και στην Ελλάδα υπήρξε ένας κοσμοπολίτης μουσικός που μας σύστησε το παρελθόν μιας αχανούς ηπείρου, εξέφρασε το παρόν της με τον πιο δημιουργικό τρόπο κι ενδεχομένως να εμπνεύσει και το αύριο της αφρικανικής μουσικής.

Το «λιοντάρι του Καμερούν» -όπως τον αποκαλούσαν- είχε γεννηθεί στις 12 Δεκεμβρίου 1933 στην Ντουάλα του Καμερούν. Γονείς του ήταν ένας δημόσιος υπάλληλος και μέλος της εθνότητας των Yabassi και μια ράφτρα-σχεδιάστρια μόδας (από την εθνότητα των Duala).

Αδέρφια δεν είχε, στο σπίτι δεν υπήρχε ραδιόφωνο και όπως ο ίδιος ανέφερε στην αυτοβιογραφία του «Three kilos of coffee», ούτε με τους γονείς του κατάφερε ποτέ να ταυτιστεί πλήρως.

Αλλωστε, όπως χαρακτηριστικά αποκάλυψε στο ίδιο βιβλίο, το μοναδικό του εφόδιο, όταν στα 15 και μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες εγκατέλειψε το Καμερούν για να μπει σε ένα σχολείο στη Γαλλία, ήταν κάποιες πενιχρές οικονομίες και τρία κιλά καφές, όποιες γνώσεις του είχε μεταδώσει ο θείος του και η αγάπη για τη μουσική που πρωτοδιδάχτηκε από την προτεσταντική εκκλησία της περιοχής.

Στην Ευρώπη όμως άνθισε κυριολεκτικά. Αρχικά ως μέλος των Africa Jazz δούλεψε με σπουδαίους μουσικούς, όπως οι Φέλα Κούτι και Χέρμπι Χάνκοκ. Επειτα σημείωσε τεράστια επιτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο με το «Big Blow» (πρωτοκυκλοφόρησε το 1976).

Σημαντικότερο, όμως, είναι το γεγονός ότι αυτός ο ακαταπόνητος μουσικός υπήρξε από τους καλλιτέχνες που μας σύστησαν τη world μουσική πριν καν ορίσουμε και καταλάβουμε τι ακριβώς σημαίνει.

Οταν όλοι πάσχιζαν να ενταχθούν στο άρμα της έθνικ ισορροπώντας μεταξύ ακατέργαστων μουσικών και μοδάτων ευκολιών, εκείνος κατάφερε να ενώσει τους ρυθμούς της Δυτικής Αφρικής με την παγκόσμια τζαζ, υπογράμμισε την ένταση, το πάθος αλλά και την πολυπλοκότητα του αφρικανικού ήχου και μετέτρεψε το 1972 τον χορό της ψυχής, το «Soul Makossa», σε ύμνο μιας ολόκληρης ηπείρου. Επίσης, το 1998 υπήρξε υποψήφιος για Γκράμι για το άλμπουμ «CubAfrica» που έφτιαξαν με τον Κουβανέζο Ελιάδες Οτσόα.

Σημαντική, τέλος, υπήρξε και η κοινωνική του δράση καθώς υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος της Cameroon Music Corporation (ένωση για τα δικαιώματα των καλλιτεχνών), ενώ η UNESCO τον ανακήρυξε Καλλιτέχνη για την Ειρήνη το 2004. Τον Ιούλιο του 2014, γιόρτασε τα 80 του χρόνια με μια μεγαλοπρεπή συναυλία στο παρισινό «Ολιμπιά», η οποία μεταδόθηκε από το TV5Monde.

Η οικογένεια του Ντιμπάνγκο στη Γαλλία (είχε τέσσερα παιδιά) δήλωσε ότι θα ήθελε να τον τιμήσει όπως του αξίζει αλλά μετά την περίοδο των περιοριστικών μέτρων που εδώ και μέρες έχουν επιβληθεί και εκεί.