Ο Καβάφης είχε πει το 1918 στον Αγγλο συγγραφέα Ε.Μ. Φόρστερ κάτι που σκέφτομαι πολύ βλέποντας τώρα τις τελευταίες εξελίξεις στη Βρετανία: «Να θυμάστε πάντα πως εμείς οι Ελληνες έχουμε πτωχεύσει. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ εμάς και τους αρχαίους Ελληνες και, αγαπητέ μου Φόρστερ, ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ εσάς. Να προσεύχεστε, αγαπητέ μου, να μη χάσετε ποτέ -εσείς οι Αγγλοι, με τον τυχοδιωκτισμό που σας διακρίνει- τα κεφάλια σας, αλλιώς θα μοιάζετε μ’ εμάς, ανήσυχοι, κατεργάρηδες, ψεύτες».
Βλέποντας το τελευταίο διάγγελμα από τον ασθενή Μπόρις Τζόνσον προς τον βρετανικό λαό, σκεφτόμουν πόσο δίκιο είχε ο ποιητής και πόσο κατεργάρης έμοιαζε ο Βρετανός πρωθυπουργός.
Στην αρχή ήταν η προσφυγική κρίση, έπειτα το Brexit και τώρα ο κορονοϊός που ολοκλήρωσαν το προφίλ του. Τόσο το δικό του όσο και άλλων Ευρωπαίων πολιτικών που ξεγυμνώθηκαν μπροστά στο κοινό τους κάνοντας αλλεπάλληλες οπισθοχωρήσεις στα τόσο σοβαρά θέματα που αντιμετώπισαν με πρωτοφανή υπεροψία και πολιτικό καιροσκοπισμό.
Σκέφτομαι πάλι την αντίθετη περίπτωση, του Καβάφη και άλλων φωτισμένων ανθρώπων. Το θέμα της φυλετικής καθαρότητας τους άφηνε αδιάφορους, όπως και του στείρου πολιτικού ιδεαλισμού. Ο πολιτισμός που σέβονταν ήταν ένα πολυοργανικό σώμα που ναι μεν κυριαρχούσε κάθε λαός, στον οποίο ιστορικά κατά καιρούς έρχονται ξένοι, αλλά ήταν και ένας πολιτισμός που δεχόταν να τον μεταβάλλουν και μετέβαλλε με την επίδρασή του.
Φαντάζομαι πως όταν βγούμε από αυτήν την παγκόσμια ζοφερή κατάσταση, οι αναλύσεις των ειδικών θα είναι πολλές. Θέλω να πιστεύω –αν και δεν είμαι σίγουρη βλέποντας την τελευταία διάσκεψη κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών– πως οι κοινωνίες θα αλλάξουν. Οι πιο ρεαλιστές φίλοι μου λένε πως ο άνθρωπος δεν αλλάζει και μου δίνουν ανάλογα τραγικά ιστορικά παραδείγματα.
Βλέποντας από τη βεράντα, αυτή την ώρα (1.40 π.μ.), τον λαβύρινθο των φωτισμένων άλλα άδειων δρόμων της πόλης, φαντάζομαι έναν άγνωστο μαυροντυμένο θηρευτή να σημαδεύει αδιακρίτως με το κόκκινο σημάδι του θανάτου τις πόρτες. Πόρτες μεγαλοαστών, μικροαστών, φτωχών, πολύ φτωχών και πλουσίων, πολύ πλουσίων, προσφύγων και μεταναστών, ετερόφυλων και ομοφυλόφιλων, επωνύμων και ανωνύμων. Ούτε το χρήμα ούτε η επιστήμη ούτε οι θρησκείες μπορούν να τον νικήσουν.
Μόνον η ομοψυχία και η αλληλεγγύη. Μακάρι αυτή τη φορά να αλλάξουν οι άνθρωποι και να διαψεύσουν τον ποιητή που επιμένει πως «οι λαοί δεν ακούν». Μπορεί κάποτε κάποιοι σοφοί που «εκ των μελλόντων τα προσερχόμενα αντιλαμβάνονται και την μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων βλέπουν» να πείσουν τους ανθρώπους πως τότε και τώρα και πάντοτε είμαστε όλοι ίσοι μπροστά στον θηρευτή.
