Κλεισμένος στο σπίτι, όπως κάθε πειθαρχημένος και εχέφρων πολίτης, αναζήτησα βιβλία σχετικά με όσα αναπάντεχα βιώνουμε τις ημέρες αυτές. Και στάθηκα σε δύο πασίγνωστα αριστουργήματα: το «Δεκαήμερο» του Ιταλού Τζοβάνι Βοκάκιου (1313-1375) και την «Πανούκλα» του Αλγερινού Αλμπέρ Καμί (1913-1960). Με περιπετειώδη διαδρομή –απαγορεύσεις, καταδίκες από συντηρητικές αρχές- το «Δεκαήμερο». Σε ήρεμα νερά η «Πανούκλα», της οποίας ο συγγραφέας τιμήθηκε, όπως είναι γνωστό, το 1957 με Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ο Καμί αναφέρεται σε μια επιδημία πανώλης την άνοιξη του 1940 (το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1947) στο Οράν. Ηταν η δεκαετία των πολέμων, του φασισμού και των εκατομμυρίων νεκρών – και αυτά ακριβώς, μεταφορικά, ήταν ο στόχος του. Αλλά επειδή το θέμα είναι, ως κοντινό, γνωστό, θα σταθώ περισσότερο στο «Δεκαήμερο», με στοιχεία από το ίδιο (το χιλίων σελίδων) βιβλίο (μτφρ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Γιοβάνη, 1966).
Δεκαήμερη «απόδραση»
Aπό το 1355, δηλαδή… 665 χρόνια μετράει το «Δεκαήμερο», που αναφέρεται σε μια επιδημία πανώλης που ρήμαξε τη Φλωρεντία. Και είναι μια παρέα από επτά υγιέστατες και προφανώς ανέμελες κοπέλες, που αποφασίζουν να αποδράσουν για ένα δεκαήμερο σ’ έναν πύργο, έξω από την πόλη. Η παρέα εμπλουτίστηκε από τρεις νεαρούς, στους οποίους το πρότειναν – και άλλο που δεν ήθελαν εκείνοι. Και το διέπραξαν, μέσα στη χαρά.
Αφού οργανώθηκαν σκέφτηκαν, προκειμένου να περάσουν καλύτερα, να λένε από μια ιστορία ο καθένας την ημέρα – ήγουν δέκα την ημέρα, εκατό το δεκαήμερο της παραμονής τους στον πύργο. Ιστορίες όχι σχετικές με την πανώλη, αλλά κυρίως με τον έρωτα, διανθισμένες με πολύ χιούμορ.
Ο συγγραφέας αναφέρεται βέβαια στα όσα είπαν και όχι στα όσα μπορεί να έπραξαν. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τους κατηγόρους του να χαρακτηρίσουν (κι εδώ στην Ελλάδα) το βιβλίο ανήθικο. Πολύ περισσότερο (και ίσως γι’ αυτό) επειδή αρκετοί ήρωες των ιστοριών είναι θρησκευτικοί λειτουργοί. Εννέα από τις εκατό ιστορίες έκανε το 1971 σπονδυλωτή ταινία ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι με γενικό τίτλο «Το Δεκαήμερο» – που κι αυτή δεν καλοπέρασε από διώξεις.
«Απολογία» Βοκάκιου
Ο Βοκάκιος όμως, σαν να περίμενε αυτές τις αντιδράσεις, γράφει με χιούμορ «εποχής» στον επίλογο του βιβλίου απευθυνόμενος στις γυναίκες, των οποίων προφανώς η γνώμη τον ενδιέφερε περισσότερο: «Δεν αμφιβάλλω πως θα βρεθούν μερικές να παρατηρήσουν πως αυτές οι ιστορίες παραείναι γεμάτες με σκαμπρόζικα λόγια και αστεία και πως είναι ακατάλληλες για ανθρώπους σοβαρούς. Θεωρώ καθήκον μου να ευχαριστήσω αυτά τα πρόσωπα για τον ζήλο τους σχετικά με τη φήμη μου. Αλλά οφείλω να απαντήσω στις επιφυλάξεις τους.
»Ομολογώ πως με ζύγιασαν, και μάλιστα πολλές φορές κατά το διάστημα της ζωής μου. Αποτείνομαι, λοιπόν, σε όσες δεν με έχουν ζυγιάσει και δηλώνω πως δεν είμαι καθόλου βαρύς – απεναντίας είμαι τόσο ελαφρός, που πλέω στο νερό σαν βαλανίδι.
Από την άλλη, αφού τα κηρύγματα των παπάδων, που αποβλέπουν στο να εμπνέουν τους ανθρώπους τύψεις για τα σφάλματά τους, είναι γεμάτα σαχλαμάρες κι ευφυολογίες, σκέφτηκα πως κάτι τέτοια δεν θα πήγαιναν άσκημα στα διηγήματά μου, που γράφτηκαν για να διώξουν τη μελαγχολία από τις γυναίκες. Πάντως, αν το παρακάνουν στο γέλιο, οι θρήνοι του Ιερεμία, τα πάθη του Σωτήρα και τα δάκρυα της Μαγδαληνής εύκολα θα βάλουν τέλος στην ευθυμία τους. […]
