Αν γίνονταν χθες εκλογές στη Γερμανία, οι Χριστιανοδημοκράτες θα κατέγραφαν ποσοστό 34%, μια αύξηση της τάξης του 7% σε σχέση με την προηγούμενη πανεθνική δημοσκοπική καταγραφή, με όλα τα υπόλοιπα κόμματα, πλην των Σοσιαλδημοκρατών που παραμένουν στάσιμοι, να σημειώνουν ελαφρά μείωση.
Το παραπάνω μήνυμα θα βαρύνει αποφασιστικά στις επιλογές της Μέρκελ, σε κάθε περίπτωση πολύ περισσότερο από το έντονα επικριτικό άρθρο του «Spiegel» αλλά και τις δηλώσεις του πρώην καγκελαρίου Σρέντερ υπέρ του ευρωομολόγου.
Η μέχρι στιγμής αδιανόητη και εμμονική περιχαράκωση του Βερολίνου στην άρνηση αμοιβαιοποίησης του κινδύνου φαίνεται να αποδίδει δημοσκοπικά και να δίνει στη Μέρκελ ξανά την πρωτοβουλία κινήσεων. Ετσι, έστω και στο επίπεδο των εντυπώσεων, η εικόνα μιας καγκελαρίου που διεκπεραιώνει τις τρέχουσες υποθέσεις και δεν μπορεί να ελέγξει τη διαδικασία διαδοχής της φαίνεται να περνά σε δεύτερο πλάνο.
Το κύριο άρθρο του «Spiegel» και η συνέντευξη Σρέντερ δεν αρκούν σε καμιά περίπτωση για να εξισορροπήσουν την επί της ουσίας ταύτιση των Σοσιαλδημοκρατών με την επιλογή τής υπό όρους αλληλεγγύης που έχει επιλέξει η Μέρκελ.
Η δημοσκοπική ενίσχυση των Χριστιανοδημοκρατών δεν θα πρέπει να υπερεκτιμηθεί, καθώς όταν μια κρίση, και πολύ περισσότερο μια απειλή άγνωστης διάρκειας και επιπτώσεων όπως η πανδημία, φαίνεται να απειλεί συνολικά τη σταθερότητα και κανονικότητα, τότε καταγράφεται σε πρώτη φάση συσπείρωση πέριξ των κυβερνώντων.
Ο Σρέντερ, που φέρει βαριές ευθύνες για τη σημερινή εθνική περιχαράκωση της χώρας του, είπε αυτό που έπρεπε να είναι αυτονόητο για την πολιτική ελίτ στο Βερολίνο, ότι η οικονομική καταστροφή της Ιταλίας και της Ισπανίας θα έχει καταστροφικές παρενέργειες και για την ίδια τη Γερμανία.
Η σκληρή πολιτική της Γερμανίας στην ευρωζώνη μετά το 2010 στηρίχτηκε στην εκτόξευση των εξαγωγών σε χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία, μια διέξοδος που δεν υπάρχει σήμερα. Με άλλα λόγια, η ανάκαμψη της Γερμανίας είναι σε άμεση συνάρτηση με τη δυνατότητα της Ρώμης και της Μαδρίτης να σταθούν ξανά στα πόδια τους.
