Η εξέλιξη χαρακτηρίζεται αν μη τι άλλο ιστορική: έπειτα από 18 και πλέον χρόνια στρατιωτικής εμπλοκής των Αμερικανών στο Αφγανιστάν και ενάμιση χρόνο μετ’ εμποδίων διαπραγματεύσεων στην Ντόχα του Κατάρ, οι πάλαι ποτέ ορκισμένοι εχθροί, ΗΠΑ και Ταλιμπάν, υπέγραψαν το Σάββατο ειρηνευτική συμφωνία.
Μεταξύ άλλων προβλέπεται σταδιακή αποχώρηση των αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων μέσα σε 14 μήνες από τα αφγανικά εδάφη, εφόσον οι (φονταμενταλιστές σουνίτες) Ταλιμπάν τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους -με κύρια να μην επιτρέψουν η χώρα να γίνει εφαλτήριο τρομοκρατικών οργανώσεων. Προφανώς, στους όρους περιλαμβάνουν πολλά «θα» και «εάν». Ηδη η πραγματικότητα δείχνει ότι το όλο εγχείρημα στηρίζεται σε «πήλινα πόδια»…
Διαπραγματεύσεις
Κατ’ αρχήν, απούσα από όλη τη διαδικασία ήταν η ίδια η κυβέρνηση της Καμπούλ, η οποία καλείται να αρχίσει κρίσιμες διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν από τις 10 Μαρτίου. Αμφισβητούμενος έντονα στο εσωτερικό της χώρας του (μετά και τις αμφιλεγόμενες προεδρικές εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου), ο Αφγανός πρόεδρος Ασράφ Γανί έσπευσε να τονίσει ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε άνευ όρων απελευθέρωση 5.000 κρατούμενων Ταλιμπάν στο πλαίσιο της -προβλεπόμενης από τη συμφωνία- οικοδόμησης μέτρων εμπιστοσύνης.
Τα πόδια στύλωσαν και οι Ταλιμπάν, πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι της υπογραφής τους στη συμφωνία με τις ΗΠΑ. Με τον αέρα λίγο-πολύ του νικητή, αρνήθηκαν όχι μόνον να απελευθερώσουν τους 1.000 αιχμαλώτους που κρατούν, αλλά και κάθε ενδεχόμενο συμμετοχής στον ενδο-αφγανικό διάλογο, εάν η Καμπούλ δεν άρει τις αντιρρήσεις της.
Χθες, δε, ανακοίνωσαν ότι τερματίζουν και τη μερική κατάπαυση του πυρός που είχαν κηρύξει από τις 22 Φεβρουάριου, προφανώς για τα μάτια του κόσμου και χάριν της υπογραφής της συμφωνίας με τις ΗΠΑ. Στο στόχαστρό τους, διευκρίνισαν, δεν θα βρίσκονται εφεξής τα ξένα στρατεύματα, αλλά οι αφγανικές δυνάμεις…
Παράλληλα, σε μία έμμεση πλην σαφή αμφισβήτηση της νομιμοποίησης της κυβέρνησης της Καμπούλ, ο πολιτικός επικεφαλής των Ταλιμπάν, μουλάς Αμπντούλ Γανί Μπαραντάρ, έσπευσε να συναντήσει στην Ντόχα πλειάδα υψηλόβαθμων αξιωματούχων ξένων χωρών. Μεταξύ αυτών, ανακοίνωσαν οι Ταλιμπάν, ήταν οι ΥΠΕΞ Τουρκίας, Νορβηγίας και Ουζμπεκιστάν και διπλωμάτες από τη Ρωσία, την Ινδονησία και όμορες του Αφγανιστάν χώρες. Απαντες, τονίζεται στην ανακοίνωση, «εξέφρασαν τη δέσμευσή τους για την ανοικοδόμηση και ανάπτυξη του Αφγανιστάν».
Πρόθυμος να συναντηθεί, στο άμεσο μέλλον, με ηγετικά στελέχη των Ταλιμπάν δήλωσε ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ. «Αν οι Ταλιμπάν και η αφγανική κυβέρνηση καταφέρουν να σεβαστούν τις δεσμεύσεις τους, θα έχουμε έναν οδικό χάρτη για τον τερματισμό του πολέμου στο Αφγανιστάν και την επιστροφή των στρατιωτών μας στην πατρίδα», υπογράμμισε ο Αμερικανός πρόεδρος μετά την υπογραφή της συμφωνίας.
Χαρακτηρίζοντάς την το λιγότερο αμφιλεγόμενη, αναλυτές εκτιμούν ότι η επίτευξή της το μόνο που στην ουσία αυτή εξυπηρετεί είναι τη φετινή προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ για την επανεκλογή του, τον προσεχή Νοέμβριο, στην Λευκό Οίκο.
Πρακτικά, η συμφωνία «επιτρέπει στις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν το Αφγανιστάν χωρίς να φανεί ότι φεύγουν κυνηγημένοι», σχολιάζει ο αρθρογράφος της Jerusalem Post, Σεθ Τζ. Φράντσμαν. «Πρόκειται ουσιαστικά για επανάληψη του σεναρίου που οι Αμερικανοί εφήρμοσαν στο Βιεντάμ το 1973 μετά τη συμφωνία του Παρισιού», παρατηρεί.
Ξανά στην εξουσία;
«Οι ΗΠΑ ήθελαν μία “έντιμη” ειρήνη και μία παύση στις εχθροπραξίες για να μη φανεί ότι χάνουν τον πόλεμο. Τον Απρίλιο του 1975, η Σαϊγκόν έπεσε στους Βορειο-βιετναμέζους», υπενθυμίζει, αναρωτώμενος «πόσος χρόνος θα χρειαστεί αντίστοιχα μέχρι οι Ταλιμπάν να φτάσουν στην Καμπούλ». Κοντολογίς πότε θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην εξουσία, από την οποία εκδιώχθηκαν το 2002.
Προς το παρόν, στην πολιτικά ασταθή αφγανική πρωτεύουσα εξυφαίνονται διάφορα μοντέλα και σενάρια, μέσα σε ένα εξαιρετικά θολό τοπίο για την επόμενη ημέρα.
Τις εξελίξεις παρακολουθούν, εν τω μεταξύ, στενά οι έτερες -με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλεκόμενες στην αφγανική κρίση- ξένες δυνάμεις. Από το Πακιστάν, την Ινδία και το Ιράν (που χθες στηλίτευσε τη συμφωνία Αμερικανών και Ταλιμπάν), έως τη Ρωσία και την Κίνα, στην οποία έχει μετατοπιστεί πλέον το επίκεντρο της πολιτικής ανάσχεσης από πλευράς των ΗΠΑ.
