ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κορίνα Βασιλοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Περισσότερο ίσως από τις περισσότερες αλλαγές προσώπων στο προεδρικό αξίωμα, ο θρίαμβος του Μάκρι θα εγκαινιάσει μια νέα εποχή για τη χώρα και ενδεχομένως για τη Λατινική Αμερική στο σύνολό της».

Ηταν Νοέμβριος του 2015 όταν το περιοδικό Economist, η ναυαρχίδα του καπιταλισμού, καλωσόριζε τη νίκη του δεξιού Μαουρίσιο Μάκρι στην Αργεντινή με ένα άρθρο γνώμης με τον πανηγυρικό τίτλο «Το τέλος του λαϊκισμού».

Μια δεξιά στροφή στην ήπειρο όντως σημειώθηκε. Την επόμενη χρονιά ο νεοφιλελεύθερος Πέδρο Πάμπλο Κουσίνσκι εξελέγη πρόεδρος στο Περού. Το 2017 ο Σεμπαστιάν Πινιέρα έγινε για δεύτερη φορά πρόεδρος της Χιλής (η πρώτη θητεία του ήταν από το 2010 ώς το 2014). Ενα χρόνο μετά, και αφού το σύστημα έκανε τα πάντα για να κρατήσει στη φυλακή τον Λούλα που ήταν φαβορί στα γκάλοπ, η εκλογή του ακροδεξιού Ζαΐρ Μπολσονάρο στη Βραζιλία προκάλεσε απανωτά κύματα σοκ. Στην Κολομβία παράλληλα κέρδισε τις εκλογές ένας άλλος δεξιός, ο Ιβάν Ντούκε.

Ολοι αυτοί, εκτός από τον Μπολσονάρο που είναι πρώην στρατιωτικός με ρατσιστικές και σεξιστικές ιδέες οι οποίες δεν συμβαδίζουν με την «πολιτική ορθότητα» (μόνο ο Τραμπ τον αγάπησε ανοιχτά), εγκωμιάστηκαν σε Ουάσινγκτον και μεγάλο τμήμα της Ευρώπης ως οι καλοί και έμπειροι «μάνατζερ» που θα έβαζαν τις χώρες τους σε τάξη διοικώντας τες σαν επιχειρήσεις ύστερα από χρόνια «διαφθοράς» και «κακοδιαχείρισης» από τις «λαϊκιστικές» (βλέπε αριστερίζουσες) κυβερνήσεις.

Βρισκόμαστε πια στο 2020 και το σκηνικό έχει ως εξής: ο Κουσίνσκι βρίσκεται από πέρσι την άνοιξη σε κατ’ οίκον περιορισμό εν αναμονή της δίκης του για διαφθορά. Ο Μάκρι έχασε τις εκλογές από έναν «λαϊκιστή», τον περονιστή Αλμπέρτο Φερνάντες. Η Χιλή γνώρισε τις μαζικότερες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στη νεότερη ιστορία της. Ο Ντούκε ήρθε αντιμέτωπος με διαδηλώσεις που είχε να δει για χρόνια η Κολομβία, όπου η ειρήνευση ύστερα από δεκαετίες εμφυλίου εξακολουθεί να βρίσκεται στον αέρα. Ευρεία αντικυβερνητική εξέγερση γνώρισε στο Εκουαδόρ και ο Λένιν Μορένο ο οποίος, αν και ξεκίνησε ως αριστερός (ήταν ο αντιπρόεδρος του Ραφαέλ Κορέα), στη συνέχεια έκανε στροφή 180 μοιρών κι ασπάστηκε την οικονομική «ορθοδοξία». Κι εκείνος ο αρθογράφος του Economist, που προέβλεπε το «τέλος του λαϊκισμού», θα πρέπει να αναρωτιέται πώς στα κομμάτια αποδείχτηκε άνθρακας ο θησαυρός.

Θεωρητικά τα παραπάνω πουλέν της Δεξιάς είχαν όλα τα προσόντα, σύμφωνα με το savoir-vivre του καπιταλισμού. Ο 80χρονος πλέον Πέδρο Πάμπλο Κουσίνσκι ήταν ένας αμερικανοτραφής -και μάλιστα με αμερικανική υπηκοότητα- πρώην στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας. O Mάκρι, πλούσιος επιχειρηματίας και ποδοσφαιρόφιλος, πρόεδρος της Boca Juniors. Ο Πινιέρα ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Χιλής με δραστηριότητες που στο παρελθόν εκτείνονταν από τραπεζικά προϊόντα και τηλεοπτικό κανάλι μέχρι αεροπορική εταιρεία και ποδοσφαιρική ομάδα. Ο Ντούκε κι αυτός από πλούσια οικογένεια με πολιτική παράδοση, αμερικανοσπουδαγμένος και με θητεία στον τραπεζικό τομέα.

Γύπες με γραβάτες

Φαίνεται όμως πως τελικά δεν ήταν ούτε λιγότερο διεφθαρμένοι ούτε καλύτεροι διαχειριστές από ό,τι υποτίθεται πως ήταν οι άνθρωποι που διαδέχτηκαν. Και κυρίως οι πολιτικές τους έφεραν ακόμα μεγαλύτερη φτώχεια και ανισότητα από αυτή που παρέλαβαν. Ο Μαουρίσιο Μάκρι αποτελεί χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα.

«Οταν ο Μάκρι ανέλαβε την κυβέρνηση τον Δεκέμβριο του 2015, είπε ότι οι φιλικές προς τις αγορές μεταρρυθμίσεις θα έφερναν άμεση και σταθερή οικονομική ανάπτυξη για τα επόμενα 20 χρόνια. Ομως, στο πέρας της τετραετούς θητείας του, η φτώχεια έχει αυξηθεί κατά περίπου 10 μονάδες, ο ετήσιος πληθωρισμός ξεπερνά το 50% και το δημόσιο χρέος αντιστοιχεί στο 100% του ΑΕΠ, στα όρια της χρεοκοπίας» διαπίστωνε η υπεράνω πάσης υποψίας Washington Post.

Οι επενδυτές στους οποίους προσέβλεπε ο πρώην πρόεδρος της Αργεντινής δεν ήρθαν. Αντίθετα, οι αποτυχημένοι χειρισμοί του πάνω στο γνωστό μοτίβο των περικοπών και των ιδιωτικοποιήσεων ξανάφεραν στη χώρα το επάρατο ΔΝΤ, το οποίο είχαν διώξει οι προηγούμενες κυβερνήσεις των Κίρτσνερ, του μακαρίτη Νέστορ αρχικά και κατόπιν της χήρας του, Κριστίνα Φερνάντες δε Κίρτσνερ. Η ειρωνεία είναι ότι το κλιμάκιο του ΔΝΤ που επισκέφτηκε πριν από λίγες μέρες την Αργεντινή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το χρέος δεν είναι βιώσιμο και χρειάζεται σημαντικό «κούρεμα».

Στη γειτονική Χιλή ο Πινιέρα συνέχισε πάνω στο ίδιο οικονομικό μοντέλο που άφησε πίσω του ο δικτάτορας Πινοτσέτ. Ενα μοντέλο που έκανε τη Χιλή υπόδειγμα «ανάπτυξης» και «σταθερότητας»… για τους λίγους και το οποίο, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν αμφισβήτησαν ουσιαστικά ούτε οι κεντροαριστεροί προκάτοχοί του. Μέχρι που η κατάσταση του έσκασε στα χέρια με αφορμή την αναγγελία για αύξηση στην τιμή του εισιτηρίου του μετρό. Γιατί, όπως έλεγε κι ένα από τα πιο πετυχημένα συνθήματα των διαδηλώσεων, «δεν είναι τα 30 πέσος. Είναι τα τελευταία 30 χρόνια».

Το τέλος του μύθου

«Το 2019 κατέρρευσε ο μύθος του προέδρου-μάνατζερ». Ενα άρθρο με αυτόν ακριβώς τον τίτλο δημοσιεύτηκε στα τέλη της χρονιάς που πέρασε όχι σε κάποια αριστερή επιθεώρηση, αλλά στους συστημικότατους New York Times. Το υπέγραφε ο Αλμπέρτο Βεργκάρα, καθηγητής Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Ειρηνικού, στη Λίμα του Περού.

«Είναι αξιοσημείωτο ότι ναυάγησαν οι κυβερνήσεις της Δεξιάς που είχαν στο τιμόνι μεγαλοεπιχειρηματίες κι ένα επιτελείο από μάνατζερ» σχολίαζε ο Περουβιανός καθηγητής. Επισήμαινε ότι αυτές οι κυβερνήσεις γέμισαν τον κρατικό μηχανισμό με άτομα των οικονομικών ελίτ αποκομμένα από την κοινωνική πραγματικότητα, επέδειξαν αλαζονεία ως προς την ανάγνωση και την αντιμετώπιση των προβλημάτων που κληρονομούσαν, αλλά και προς τη γενικότερη οικονομική συγκυρία.

«Μια νοσηρή συνέπεια της ανισότητας είναι ότι οι λατινοαμερικανικές ελίτ, μέσα από τη σαπουνόφουσκα στην οποία ζουν, μπορούν να πείσουν τον εαυτό τους ότι ο Πρώτος Κόσμος βρίσκεται δίπλα τους» επισήμαινε ο Βεργκάρα, καταλήγοντας: «Μένει να δούμε αν θα υποχωρήσουν αυτές οι κοινωνικές και ιδεολογικές σαπουνόφουσκες. Προς το παρόν διαπιστώνουμε ότι το όνειρο για μια κυβέρνηση των μάνατζερ ήταν εφιάλτης και το παραμύθι για τη χώρα-επιχείρηση σκέτη ανοησία».