Η πρόσφατη εικόνα του προέδρου του Ελ Σαλβαδόρ, Ναγκίμπ Μπουκέλε, να εισβάλει με πάνοπλους στρατιώτες μέσα στο Κοινοβούλιο της χώρας για να εκβιάσει τους βουλευτές να υιοθετήσουν πολιτικές του, δεν είναι μοναδική.
Τον Οκτώβριο, ώρες μετά που το Κογκρέσο του Περού κήρυξε «προσωρινά ανίκανο» τον πρόεδρο Μαρτίν Βισκάρα, έπειτα από διάταγμά του για διάλυση της Βουλής, εκείνος δημοσίευε στο τουίτερ φωτογραφία του, συνοδεία της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων και της Αστυνομίας, που επιβεβαίωνε «την πλήρη στήριξή τους στον πρόεδρο».
Λίγες ημέρες μετά, η σκηνή επαναλήφθηκε στο Εκουαδόρ, όπου, εν μέσω του κύματος λαϊκών κινητοποιήσεων κατά της αύξησης των επιδοτήσεων στα καύσιμα, ο πρόεδρος Λένιν Μορένο εμφανίστηκε σε τηλεοπτικό διάγγελμα με τους αρχηγούς των Ενόπλων Δυνάμεων και της Αστυνομίας, κάποιοι από τους οποίους φορούσαν στολές παραλλαγής, λες και πήγαιναν στον πόλεμο.
Το ίδιο μήνυμα έστειλε ο πρόεδρος της Χιλής, Σεμπαστιάν Πινιέρα, όταν, μετά τις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις εναντίον του, κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης: σε τηλεοπτικό διάγγελμα του, συνοδευόμενος από τον -επίσης με στολή παραλλαγής- στρατηγό που όρισε επικεφαλής της δημόσιας ασφάλειας στην πρωτεύουσα, δήλωσε πως «είμαστε σε πόλεμο με έναν ισχυρό εχθρό», εννοώντας τον λαό του.
Στις 12 Νοεμβρίου, στη Βολιβία, η αυτοανακηρυχθείσα «προσωρινή πρόεδρος», Ζανίν Ανιες, απαθανατίστηκε να δέχεται την προεδρική κορδέλα από στρατιωτικούς, μόλις δύο ημέρες αφού ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας απαίτησε την παραίτηση του προέδρου Μοράλες.
Οι εικόνες θυμίζουν εκείνες τις ασπρόμαυρες που σφράγισαν μια εποχή: τον δικτάτορα Πινοτσέτ με τους επιτελείς των Ενόπλων Δυνάμεων, το Σεπτέμβριο του 1973, αμέσως μετά την ανατροπή του Σαλβαδόρ Αλιέντε, ή τον στρατηγό Βιντέλα, συνοδεία άλλων στρατιωτικών μελών της χούντας που ανέτρεψε την Ισαμπέλ Περόν, το 1976.
Και φέρνουν στο προσκήνιο μια δυσοίωνη πραγματικότητα που διανύει η Λατινική Αμερική: ο στρατός αναλαμβάνει ξανά πολιτικό ρόλο, είτε για να καθορίσει εξελίξεις είτε για να τις επικυρώσει. Η πολιτική εξουσία στηρίζεται στη στρατιωτική ισχύ που επιδεικνύει προκειμένου να «αντιμετωπίσει» μια κρίση, είτε αυτή είναι μαζικές διαδηλώσεις είτε μια σύγκρουση ανάμεσα στους θεσμούς.
Πραξικοπήματα νέου τύπου και παλιάς κοπής
Στρατός, παραπληροφόρηση, μιντιακοί κολοσσοί, τεχνολογία, Εκκλησία και θείες επιταγές
Ο στρατός ανέλαβε δράση ήδη από τις αρχές του 21ου αιώνα. Τα πρώτα 15 χρόνια του αιώνα, προοδευτικές, αριστερές ή κεντροαριστερές κυβερνήσεις ήρθαν να αντικαταστήσουν/αμφισβητήσουν τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία, με σοβαρές πολιτικές αναδιανομής, κοινωνικής ένταξης, επέκτασης των δημοσίων επενδύσεων. Και από την πρώτη στιγμή οι ελίτ που είδαν τα υπερκέρδη τους να μην αυξάνουν με τους συνήθεις ρυθμούς τους, με τη βοήθεια του στρατού οργάνωσαν την απάντησή τους με μεταμοντέρνα ή νέου τύπου πραξικοπήματα.
Το πρώτο έγινε το 2002 στη Βενεζουέλα, όταν ο στρατός συνέλαβε τον πρόεδρο Τσάβες και εγκατέστησε στο αξίωμα τον πρόεδρο της Ενωσης Βιομηχάνων, Πέδρο Καρμόνα. Ακολούθησε, το 2009, η στρατιωτική επιχείρηση που έδιωξε από τη χώρα τον πρόεδρο της Ονδούρας, Μανουέλ Σελάγια, ορκίζοντας στη θέση του τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Το 2016, ήρθε η καθαίρεση της προέδρου Ντίλμα Ρούσεφ στη Βραζιλία και, το 2019, το πραξικόπημα κατά του Εβο Μοράλες.
Πρόκειται για μια νέα αντεπίθεση των πιο αντιδραστικών δυνάμεων της ηπείρου, η οποία χρησιμοποιεί τον στρατό για να «δώσει λύση» στην πόλωση και την πολιτική κρίση.
Πραξικοπήματα νέου τύπου, τα οποία έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως σημειώνει η Μόνικα Μπρούκμαν, καθηγήτρια Συγκριτικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Ρίο ντε Τζανέιρο, καθώς συνυπάρχουν με άλλες συνθήκες:
◾ Οπως με τα παλιά κλασικά πραξικοπήματα του περασμένου αιώνα, και τώρα σημειώνονται ανάλογες ρήξεις στο δημοκρατικό καθεστώς, ανατροπές νόμιμα εκλεγμένων προέδρων και καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, με τη συμμετοχή, συχνά, του στρατού. Αλλά η διαφορά είναι ότι αμέσως οι υποκινητές της ανομίας επιζητούν τη θεσμική νομιμοποίησή τους με δήθεν δημοκρατικό περιτύλιγμα και την επιστροφή σε μια δημοκρατία «υπό έλεγχο» για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα.
◾ Βασικό όχημα γι’ αυτό είναι αφενός τα Κοινοβούλια μέσα από ετερόκλητες συμμαχίες που επικυρώνουν ως «δημοκρατική» την παρανομία αλλά και η δικαστική εξουσία, που έχοντας απολέσει την ανεξαρτησία της, χρησιμοποιείται καταχρηστικά για πολιτικές διώξεις και παρεμβάσεις στις εκλογικές διαδικασίες, δίνοντας έτσι νομιμοφάνεια σε δημοκρατικές εκτροπές.
◾ Παράλληλα, αξιοποιούνται και κινητοποιούνται τεράστιοι μιντιακοί και τεχνολογικοί επικοινωνιακοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στα κοινωνικά δίκτυα μεταδίδοντας ψεύτικες ειδήσεις, συκοφαντίες και προπαγάνδα για να επηρεάσουν και να κατευθύνουν την κοινή γνώμη, ώστε να πείσουν για την αναγκαιότητα της «παρέμβασης».
◾ Ξεχωριστό ρόλο σε αυτές τις εκστρατείες παραπληροφόρησης παίζουν οι καθολικές και ιδίως οι ευαγγελικές εκκλησίες, που διαθέτουν πλέον ισχυρή πολιτική επιρροή και εκπροσώπηση, διαφημίζοντας την ξενοφοβία, τον ρατσισμό, τη μισογυνία, την ομοφοβία, το μίσος για την Αριστερά και την αναγκαιότητα επέμβασης του στρατού ως θείες επιταγές.
