Εβλεπα χθες στα κανάλια τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να παρακολουθεί με κατάνυξη τον εορτασμό της Εκκλησίας για την Κυριακή της Ορθοδοξίας, την παγίωση δηλαδή της λατρείας των εικόνων (843 μ.Χ.) από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Πριν από τον Πρόεδρο παρίστατο ο βασιλιάς -για φαντάσου. Η εορτή αυτή θεωρείται μέγιστη, αφού, λένε οι πατέρες, ήταν ένας θρίαμβος του ορθόδοξου δόγματος. Μάλιστα. Γιορτάζουμε ένα δόγμα, αντί να εκδηλώνουμε την ευγνωμοσύνη μας για ένα άλλο έργο, που κατά κάποιον τρόπο έσωσε τους γραπτούς θησαυρούς της αρχαιότητας και συνέβη τον ίδιο ακριβώς αιώνα με την αναστήλωση των εικόνων.
Οφείλουμε να σεβόμαστε τον πατριάρχη Φώτιο, έναν λαμπρό λόγιο, ένα ανοιχτό πνεύμα, έναν φίλο και προστάτη της αρχαίας λογοτεχνίας, ολόκληρο το λεξικό του οποίου, εκτός από τα άλλα που έχουν διασωθεί, ήρθε στο φως από έναν κώδικα που ανακάλυψε ο Λίνος Πολίτης το 1959. Ο καλός αυτός άνθρωπος της Εκκλησίας ενέπνευσε μια κίνηση, συνεπικουρούμενος από τον αυτοκράτορα Λέοντα τον σοφό, που ακόμη και από τους ίδιους τους Βυζαντινούς αποκλήθηκε «δεύτερος ελληνισμός».
Κίνηση μεταγραφής των αρχαίων κειμένων, η οποία συνέπεσε με ένα άλλο γεγονός μεγάλης ιστορικής σημασίας -και δεν είναι άλλο από μια ριζική μεταβολή του τύπου της γραφής· τη θέση της μεγαλογράμματης (με κεφαλαία γράμματα, που γράφονταν χωριστά) κατέλαβε η μικρογράμματη (επισεσυρμένη), που ασφαλώς ήταν ευκολότερη στο γράψιμο. Ο Φώτιος και η σοφή παρέα του μετέγραψαν όσους συγγραφείς αξιολογούσαν ότι έπρεπε να διαφυλαχτεί το έργο τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλοι ελληνιστές χαρακτήρισαν την κίνηση του Φώτιου σαν ένα είδος αναγέννησης, πρώιμης μάλιστα, πολύ πριν από τον 14ο-15ο αιώνα. Και είναι κρίμα που οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1204 και χάθηκαν σπουδαίοι συγγραφείς τους οποίους είχε διαβάσει ο Φώτιος, ανάμεσά τους ο μεγάλος αιρετικός λυρικός Ιππώνακτας, πολλά του Καλλίμαχου, ο Γοργίας και ο Υπερείδης, πολλά από τους ιστορικούς (όπως σημειώνει ο Λέσκι). Και δεν πρέπει να λησμονείται ότι αυτή μεταγραφή ήταν δραστηριότητα που απαιτούσε, εκτός από τον χωρισμό των λέξεων και την τοποθέτηση των πνευμάτων, ικανότατη γνώση και υπομονή και κυρίως επιμονή.
Αντί λοιπόν να γιορτάζουμε αυτήν την αναγέννηση, αυτόν τον «δεύτερο» ελληνισμό, ασχολούμαστε, ως επίσημο κράτος δε, με εικονομάχους και εικονολάτρες, με δόγματα που δεν προάγουν τη λογική και την επιστήμη, αλλά την πίστη και την αδιαλλαξία. Με αυτά όμως τρέφεται η εξουσία, με πιστούς που αδιαφορούν για τον λόγο και τα επιτεύγματά του στην πορεία του ανθρώπινου είδους. Σηκώνει κανείς τα χέρια μπροστά σε αυτήν την… ανορθοδοξία, παραδίδεται εννοώ στην απίστευτη δύναμη της ορθοδοξίας [της εξουσίας, για να είμαστε πιο ειλικρινείς].
Αντί ο ένατος αιώνας να είναι στη μνήμη μας ως η εποχή που διασώθηκε η κληρονομιά μας, εξακολουθούμε, ως Πολιτεία δε, να ψάλλουμε εικονικά δόγματα. Αντί λοιπόν να ομνύουμε, έστω, στα ιδεώδη του ελληνοχριστιανικού (τι κακόηχη λέξη) πολιτισμού, επιλέγουμε το δεύτερο συνθετικό, που δεν χρειάζεται σκέψη και ακόνισμα του μυαλού, όπως απαιτεί το πρώτο. Αυτό μας αξίζει μάλλον.
