ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη Γεωργία Βασιλειάδου αναφερόμουν το περασμένο Σάββατο, καθώς συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από τον θάνατό της. Αλλά μια και αναφέρομαι στα τελευταία σπουδαίων κωμικών μας, να προσθέσω ότι τις ημέρες αυτές συμπληρώνονται κάποια «στρογγυλά» χρόνια από τον θάνατο ακόμη δυο προικισμένων κωμικών, που η αγάπη του κοινού συνεχίζεται ώς τις μέρες μας, αφού οι ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστούσαν παίζονται και ξαναπαίζονται από τα τηλεοπτικά κανάλια, λες και βρίσκονται εν ζωή (όπως και ο Κώστας Βουτσάς – που πάει κι αυτός…).

Είναι ο Βασίλης Λογοθετίδης, που πέθανε στις 20 Φεβρουαρίου 1960 (πριν από 60 χρόνια) στα 62 του, και ο Βασίλης Αυλωνίτης, 10 Μαρτίου 1970 (πριν από 50 χρόνια) στα 66 του.

Πριν συνεχίσω, να επαναλάβω ότι παγκοσμίως λιγοστεύουν οι κωμικές ταινίες και οι κωμικοί ηθοποιοί – λες και δεν «πουλάνε» πια. Πάει, όχι μόνον ο ελληνικός κινηματογράφος και οι κωμικοί ηθοποιοί, αλλά και ο ευρωπαϊκός και ο αμερικανικός. Που είναι κωμικοί (εκτός από τους δικούς μας), ενδεικτικά, όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο Μπάστερ Κίτον, οι Χοντρός – Λιγνός, οι Αδελφοί Μαρξ, οι Αμποτ και Κοστέλο, ο Μπομπ Χόουπ, το Τρίο Στούτζες, ο Πίτερ Σέλερς, ο Φερναντέλ, ο Λουί ντε Φινές, ο Τατί, ο Τοτό…

Ο Λογοθετίδης

Γεννημένος στη Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης, ο Λογοθετίδης εγκαταστάθηκε σε μικρή ηλικία με τους γονείς του στην Κωνσταντινούπολη. Αποφοίτησε το 1933 από το Ζωγράφειο και έκανε τα πρώτα του βήματα στο θεατρικό σανίδι, ξεχωρίζοντας για το κωμικό ταλέντο του. Το 1918 ήρθε οικογενειακώς στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο άρχισε την καλλιτεχνική του καριέρα δίπλα στη Μαρίκα Κοτοπούλη. Οχι μόνο ως κωμικός (μέχρι Αριστοφάνη) αλλά και σε δραματικούς ρόλους.

Το 1947 έκανε δικό του θίασο, υπηρετώντας έκτοτε την ελληνική κωμωδία ως ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς εκφραστές της. «Ενας βλάκας και μισός», «Ο Φαταούλας», «Προς Θεού, μεταξύ μας» του Δημήτρη Ψαθά, «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Δεσποινίς ετών 39», «Ενας ήρωας με παντούφλες», «Ενα βότσαλο στη λίμνη» των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου και «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα, είναι μερικά από τα θεατρικά έργα που τον καθιέρωσαν.

H απήχησή του έγινε μεγαλύτερη με τη μεταφορά μερικών από τα έργα αυτά, μαζί με άλλα, στον κινηματογράφο: «Δεσποινής ετών 39», «Ενας ήρωας με παντούφλες», «Ενα βότσαλο στη λίμνη», «Σάντα Τσικίτα», «Ούτε γάτα ούτε ζημιά», σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου και σενάριο του ίδιου και του Χρήστου Γιαννακόπουλου, «Η κάλπικη λίρα» του Γιώργου Τζαβέλλα. Στα περισσότερα, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο, συμπρωταγωνιστούσε με την Ιλυα Λιβυκού.

Ηθοποιός με πλούσιες ικανότητες, ενσάρκωνε τον αεράτο, πονηρό, ενίοτε τσιγκούνη και αφελή νεοέλληνα, που εννοεί να κρατάει τα προσχήματα, αλλά και να παρασύρεται σε ατοπήματα από τα οποία όμως τελικά δικαιωνόταν και μαζί ο ιερός θεσμός της οικογένειας (η καθεστηκυία τάξη άλλωστε δεν σήκωνε εκτροπές σε θέματα που την έθιγαν).

Ο Αυλωνίτης

Ο Βασίλης Αυλωνίτης διακρινόταν για τις εκφράσεις του προσώπου του, οι οποίες όμως ήταν τόσο φυσικές ώστε αποσπούσαν αβίαστα το γέλιο, ακόμα και όταν δεν μιλούσε. Γεννημένος στην Αθήνα, βγήκε κι αυτός νωρίς στο θέατρο. Στην αρχή ως βοηθός στα σκηνικά του θεάτρου «Εντεν» στο Θησείο, όπου έμενε.

Ο πρώτος θίασος με τον οποίο συνεργάστηκε ήταν της Ελένης Ζαφειρίου, σε κωμωδίες αλλά και οπερέτες. Το 1928 έκανε δικό του θίασο και πέρασε στην επιθεώρηση ως συμπρωταγωνιστής με τους Νίκο Ρίζο, Τάκη Μηλιάδη και Ρένα Βλαχοπούλου. Το θεατρικό αποκορύφωμά του ήταν όταν με τον Νίκο Ρίζο και τη Γεωργία Βασιλειάδου έκαναν δικό τους θίασο, παρουσιάζοντας κωμωδίες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, για τους ομογενείς.

Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1929 στη «Μαρία Πενταγιώτισσα» του Αχιλλέα Μαδρά. Επαιξε σε 80 ταινίες, από τις οποίες ξεχωρίζουν αυτές που έκανε με τον Αλέκο Σακελλάριο, ο οποίος –παρά τις αντιρρήσεις του παραγωγού Φιλοποίμενος Φίνου, που τον είχε «δεύτερης διαλογής»– τον πήρε το 1955 και πρωταγωνίστησε με τον Μίμη Φωτόπουλο και τη Τζένη Καρέζη στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» και θριάμβευσαν, οπότε ακολούθησε, με την ίδια επιτυχία, η «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο». Αλλες ταινίες: «Ο θησαυρός του μακαρίτη», «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα κι ο κοντός», «Οι γαμπροί της Ευτυχίας», «Κορόιδο γαμπρέ», «Η ωραία των Αθηνών».

Υπήρξαν αμφότεροι πηγαία ταλέντα, τα οποία καταξιώθηκαν αρχικά στο θεατρικό σανίδι, που δεν αντέχει όσους δεν διαθέτουν τα κατάλληλα κότσια.