Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συνεχίζονται τα πυρά από τον ΣΥΡΙΖΑ κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, με αφορμή την πολιτική που ακολουθεί στα ενεργειακά θέματα και ειδικότερα στο ζήτημα της απολιγνιτοποίησης στη Δυτική Μακεδονία. 

Όπως είναι γνωστό, η κυβέρνηση φέρεται έτοιμη «να τραβήξει την πρίζα», χωρίς ουσιαστική εναλλακτική λύση για τους 7.000 εργαζομένους. Την ίδια στιγμή, η «δίκαιη μετάβαση» του αρμόδιου υπουργού Κωστή Χατζηδάκη, περιλαμβάνει αποσπασματικά μέτρα και λιγοστούς πόρους. 

«Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, εφαρμόζοντας το σχέδιο της για την ιδιωτικοποίηση των εταιρειών και δικτύων ενέργειας της χώρας, εξαγγέλλει άρον-άρον το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων της Δυτικής Μακεδονίας, προκαλώντας εύλογα τις αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας», δήλωσε σήμερα (Δευτέρα) ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Χαρίτσης. 

Σύμφωνα με τον κ. Χαρίτση, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας «με επικοινωνιακούς όρους και ως πρόσχημα για να εφαρμόσει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της». Ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ καλεί τη Ν.Δ. «να εγκαταλείψει άμεσα την πολιτική ξεπουλήματος των δημόσιων εταιρειών και δικτύων ενέργειας της χώρας, που υπονομεύει την ενεργειακή μετάβαση ευνοώντας λίγους και εκλεκτούς».

Ερωτήματα από Χατζηδάκη

Επιχειρώντας να απαντήσει στα πυρά του ΣΥΡΙΖΑ, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κωστής Χατζηδάκης απηύθυνε πέντε ερωτήματα στην αξιωματική αντιπολίτευση, κατηγορώντας την παράλληλα για «υποκρισία και θράσος». 

Μεταξύ άλλων, ο υπουργός υποστήριξε πως ο ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε δυο φορές να πουλήσει λιγνιτικές μονάδες και εκτίμησε πως η ΔΕΗ «δεν αντέχει να επιβαρύνεται με 200 και 300 εκατ. ευρώ τον χρόνο».

Επίσης, ανέφερε πως «ξεχνάνε “οι εισαγγελείς”, “οι υπερασπιστές του λιγνίτη” σήμερα, ότι την τελευταία δεκαετία η παραγωγή των λιγνιτικών μονάδων μειώθηκε από τις 30.000 στις 10.000 γιγαβατώρες και η μισή μείωση έγινε επί των δικών τους ημερών».

Πάντως ο υπουργός εξέφρασε την κατανόησή του για την «ανησυχία των κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης», επειδή, όπως παραδέχθηκε, έπειτα «από 50-60 χρόνια, αλλάζει η ζωή τους».