Μεγάλες εστίες αβεβαιότητας στην πραγματική οικονομία δημιουργεί η εξάπλωση του κορονοϊού στη χώρα μας, εγείροντας φόβους στο οικονομικό επιτελείο για ένα νέο καταστροφικό σπιράλ ύφεσης ανάλογο με αυτό που δημιούργησαν τα μνημόνια.
Ενώ η μετάσταση του ιού σε νευραλγικούς κλάδους της οικονομίας είναι επιβεβαιωμένη, στο οικονομικό επιτελείο αδυνατούν να προσδιορίσουν την έκταση του προβλήματος στον κρατικό προϋπολογισμό. Οποιαδήποτε πρόβλεψη για τις συνέπειες στα έσοδα και τις δαπάνες θα είναι εντελώς αυθαίρετη, αφού, όπως αναγνώρισε και ο πρωθυπουργός στο διάγγελμά του, το πλήγμα στην οικονομία θα είναι τελικά πολύ μεγάλο.
Πρώτο μεγάλο θύμα της νόσου είναι η ανάπτυξη, η οποία ανέκοψε ήδη ταχύτητα, κινδυνεύοντας να περάσει ακόμη και σε ύφεση σε ένα από τα επόμενα τρίμηνα του έτους. Η επιβράδυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αποτελεί απόρροια του μαύρου σκηνικού στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα.
Διεθνείς οίκοι και οργανισμοί απευθύνουν προειδοποιήσεις για σημαντική κάμψη του παγκόσμιου ΑΕΠ. Στο εσωτερικό της χώρας ο κόφτης στο ΑΕΠ θα προέλθει από τον τουρισμό που αποτελεί κινητήρια δύναμη της οικονομίας, καθώς η συνολική του συνεισφορά φtάνει το 11,7% ή 21,6 δισ. ευρώ.
Οι ακυρώσεις στις προκρατήσεις ξενοδοχείων έχουν αρχίσει να παίρνουν μαζικές διαστάσεις, προκαλώντας τους πρώτους κραδασμούς στον κλάδο. Η ναυτιλία είναι ο δεύτερος κλάδος που μπαίνει στη δίνη του κυκλώνα, καθώς διεθνώς υπάρχει μείωση των εισπράξεων από θαλάσσιες μεταφορές.
Οι αναλυτές της Alpha Bank (βλ.το παραπάνω γράφημα) μελετώντας την επίπτωση του κορονοϊού στην εξέλιξη του ρυθμού αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ, η οποία θα εξαρτηθεί σε κάθε περίπτωση από την ένταση και τη διάρκεια του φαινομένου, επισημαίνουν ότι θα φανεί το δεύτερο φετινό τρίμηνο και εν μέρει στο πρώτο και στο τρίτο.
Στα σενάρια που παρουσιάζονται στην έκθεση υποστηρίζουν μια πτώση από 0,4% έως 0,9% του ΑΕΠ για τη φετινή χρονιά. Αυτές οι εκτιμήσεις δεν απέχουν πολύ από αυτές που είχε κάνει την προηγούμενη εβδομάδα το Δημοσιονομικό Συμβούλιο τοποθετώντας τον πήχη της ανάπτυξης στο 1,88% (με βάση το χειρότερο σενάριο) για το 2020. Η πρόβλεψη της κυβέρνησης με βάση τον προϋπολογισμό ήταν για 2,8% φέτος.
Η χαμηλότερη ανάπτυξη θα πυροδοτήσει αλυσιδωτές επί τα χείρω αναθεωρήσεις στο οικονομικό πρόγραμμα της χώρας, με την κυβέρνηση να εισέρχεται σε μια αχαρτογράφητη περιοχή για το εύρος του πακέτου δημοσιονομικής υποστήριξης που τελικά θα απαιτηθεί.
Κεντρική προτεραιότητα αποτελεί η ρευστότητα των επιχειρήσεων που έχουν ήδη πληγεί ή θα επιβαρυνθούν το επόμενο διάστημα από την ορμή της νόσου, οπότε, ανάλογα με τα χρηματοοικονομικά εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν και τις ενέσεις ρευστότητας (έκτακτες επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό), θα υπάρξει εκτίμηση για το κόστος των μέτρων. Σε κάθε περίπτωση, απώλειες θα υπάρξουν στον προϋπολογισμό και από τις φορολογικές, ασφαλιστικές διευκολύνσεις όταν θα ενεργοποιηθεί η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με τα μέτρα αντιμετώπισης του κορονοϊού.
Ολα αυτά υπονομεύουν τον στόχο για το φετινό πρωτογενές πλεόνασμα, ενώ επιβάλλουν επανασχεδιασμό της φορολογικής πολιτικής. Σε σοβαρό κίνδυνο μπαίνει και το πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων, ενώ κλίμα αβεβαιότητας δημιουργείται για τις επενδύσεις και την εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό.
Ισως η κυβέρνηση χρειαστεί να αυξήσει σε επίπεδα πάνω από τα 6,5 δισ. ευρώ τα κεφάλαια του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, για να στηρίξει τις απώλειες των θέσεων εργασίας που προκαλεί ο ιός, ενώ θα πρέπει να έχει τα ραντάρ ανοιχτά για τυχόν σοβαρές ανατιμήσεις σε αγαθά και υπηρεσίες.
Οι ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα λόγω περιορισμού του διεθνούς εμπορίου και της εισαγωγής προϊόντων κυρίως από την Κίνα θα συρρικνώσουν την παραγωγή σε κλάδους και υπηρεσίες και θα χτυπήσουν την απασχόληση, καθώς εταιρείες, λόγω μείωσης του τζίρου τους, αναγκαστικά θα προχωρήσουν σε συρρίκνωση του προσωπικού.
Η άνοδος στις αποδόσεις των ομολόγων λόγω αναταραχής και φόβων για ύφεση στην οικονομία κλείνει τους δρόμους για νέα έξοδο του Δημοσίου στις αγορές, η οποία, σύμφωνα με τον αρχικό προγραμματισμό, θα γινόταν μέσα στον Μάρτιο. Ανοιχτό είναι επίσης το ενδεχόμενο αναβολής των αναβαθμίσεων της ελληνικής οικονομίας από τη Standard and Poor’s και DBRs, που ήταν προγραμματισμένες για τις 24 Απριλίου, με την Ελλάδα να χάνει την αναβάθμισή της σε επενδυτική βαθμίδα.
Ανάγκη άμεσης στήριξης στον τουρισμό
Πακέτο μέτρων, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη Μαΐου και με την ελπίδα ότι θα υπάρξει ανάκαμψη το δεύτερο εξάμηνο του έτους, προτείνει ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων. Ειδικότερα ο ΣΕΤΕ προτείνει:
■ Μείωση 100% του μη μισθολογικού κόστους που αφορά τους εργοδότες, με ταυτόχρονη διατήρηση της εισφοράς υπέρ των εργαζομένων, από 1/3/2020 έως 31/5/2020 για τις τουριστικές επιχειρήσεις.
■ Αναστολή καταβολής των τρεχουσών φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων (ΦΠΑ, Σπατόσημο ΤΕΕΑ, ασφαλιστικές εισφορές), συμπεριλαμβανομένων και των δόσεων τυχόν ρυθμίσεων, έως 31/5/2020, με δυνατότητα παράτασης μετά την επανεξέταση της κατάστασης. Με την παρέλευση του χρόνου της αναστολής, δυνατότητα ρύθμισης των παραπάνω υποχρεώσεων.
■ Πρόγραμμα επιχορήγησης των ασφαλιστικών εισφορών για τη διατήρηση και την επαναπρόσληψη του προσωπικού τουριστικών επιχειρήσεων.
■ Να μειωθεί ο αριθμός των απαιτούμενων ημερών εργασίας των εργαζομένων στον ξενοδοχειακό κλάδο για τη λήψη επιδόματος ανεργίας, κατά 30 ημέρες σε όλες τις περιπτώσεις, με παράλληλη αύξηση των ημερήσιων επιδομάτων ανεργίας από 400 σε 500 στην τετραετία, ειδικά για το έτος 2021.
■ Αναστολή ή δραστική μείωση κατά τουλάχιστον 50% μόνο για φέτος της προκαταβολής του φόρου εισοδήματος για τις τουριστικές επιχειρήσεις.
■ Για τις αεροπορικές εταιρείες που επιχειρούν σε ελληνικά αεροδρόμια, το μέρος των τελών που καταβάλλεται ανά επιβάτη ή ανά πτήση μέσω αυτών στο Δημόσιο ή στα αεροδρόμια και αφορά το τελικό έσοδο του Δημοσίου, όπως αυτό προκύπτει από τις συμβάσεις παραχώρησης, να παραμένει σε αυτές έως 31/5/2020, με δυνατότητα επανεξέτασης ανάλογα με την εξέλιξη της κατάστασης. Για την πολιτική αυτή, απαιτείται χρήση κονδυλίων από αυτά που λαμβάνει η Πολιτεία από τις συμβάσεις παραχώρησης.
Επίσης, για να αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία της οικονομίας και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, ο ΣΕΤΕ προτείνει μείωση του ΦΠΑ στη διαμονή σε 6% και του συνόλου της εστίασης στο 13% και μετάπτωση του ΦΠΑ στις εγχώριες μεταφορές στο 13% από 1/7/2020 έως 31/12/2020.
