Η Καίτη Παπαρρήγα-Κωσταβάρα (1930-2015) υπήρξε δικηγόρος και κοινωνιολόγος. Δεκαεφτά ετών φεύγει από τον Βόλο, όπου μεγάλωσε, για την Αθήνα, αρχικά για σπουδές. Αφότου απέκτησε το πτυχίο της από τη Νομική Αθηνών, συνέχισε μεταπτυχιακά στο Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Τορίνο και έλαβε το διδακτορικό στην Κοινωνιολογία από το Πανεπιστήμιο Jussieu στο Παρίσι. Στη συνέχεια εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, όπου και εργάζεται με τον σύζυγό της Θεόδωρο Κωσταβάρα, επίσης δικηγόρο.

Υπήρξε μάχιμη δικηγόρος (1953-1998), στρατευμένη στην ιδέα και τον αγώνα του γυναικείου κινήματος, που τον θεωρούσε επαναστατικό, ριζοσπάστρια και ιδιαίτερα πρωτοπόρα με διεθνή εμβέλεια, με σειρά διεκδικήσεων σε όλους τους τομείς για την ισονομία των γυναικών και την κοινωνική δικαιοσύνη στην Ελλάδα και την Ευρώπη στα θέματα έμφυλης βίας (βιασμός, σεξουαλική παρενόχληση, ενδοοικογενειακή βία, τράφικινγκ). Ο επιστημονικός φεμινισμός της Καίτης είχε στο κέντρο του τη συντροφικότητα και τον σεβασμό του ενός φύλου προς το άλλο. «Δεν είμαστε κατηγορία. Είμαστε το μισό…» έλεγε. Ιδρυτικό μέλος της Ενωσης Ελληνίδων Νομικών, μέλος του Συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων και υπεύθυνη της Νομικής Επιτροπής της, πρόεδρος της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών, ιδρυτικό μέλος του Ευρωπαϊκού Λόμπι Γυναικών με έδρα τις Βρυξέλλες, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του (1990-2005) και πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματός του. Εθνική εμπειρογνώμονας για θέματα βίας κατά των γυναικών στο Συμβούλιο της Ευρώπης, ιδρυτικό μέλος του Δικτύου για την Καταπολέμηση της Ανδρικής Βίας κατά των Γυναικών, επικεφαλής του Ελληνικού Εθνικού Παρατηρητηρίου και συντάκτρια της εθνικής έκθεσης για το ίδιο θέμα.

Εμφορούμενη από την αντίληψη ότι «ο νόμος έχει πάνω από όλα παιδαγωγική αποστολή», υπήρξε μέλος, ως ειδική εμπειρογνώμονας, νομοπαρασκευαστικών επιτροπών και συντάκτρια αιτιολογικών εκθέσεων, όπως για την αναμόρφωση του Αστικού Κώδικα (1984), την αναμόρφωση του Οικογενειακού Δικαίου (1983) και μέλος της Επιτροπής Μελέτης για την «τεχνητή διακοπή της κύησης» και της επεξεργασίας νόμου για τη «νομιμοποίηση των αμβλώσεων».
Ταγμένη στη δυνατότητα της αλλαγής της κοινωνίας μέσα από την εκπαίδευση, σχεδίασε και συμμετείχε ως διδάσκουσα πάμπολλα προγράμματα στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης για την επιμόρφωση επαγγελματιών στην αντιμετώπιση θυμάτων βίας, μεταξύ άλλων δικηγόρων και στελεχών Δημοσίου, δικαστών, εισαγγελέων, αστυνομικών, ψυχολόγων, ιατρών αλλά και μικρομεσαίων επιχειρηματιών στον ρόλο της πατρότητας στο πλαίσιο της «βελτίωσης της ποιότητας ζωής» μέσα από τη «συνεργασία των δύο φύλων στην οικογένεια και στην εργασία».

Υπήρξε γνωστή για τη δράση της ως υπερασπίστριας δικηγόρου των γυναικών θυμάτων βιασμού, που θεωρούσε ακραία μορφή βίας, σε όλες τις σημαντικές δίκες από το 1975 ώς το 2000, δράση την οποία υπηρέτησε αμισθί. Οταν ουδείς άλλος αναλάμβανε την υπεράσπιση των θυμάτων βιασμών, εκείνη δήλωνε: «Μόνο στις δίκες των βιασμών το θύμα χρειάζεται υπεράσπιση! Για να μπορέσει να επιτύχει την καταδίκη του βιαστή της. Στις άλλες ποινικές δίκες υπεράσπιση χρειάζονται μόνο οι κατηγορούμενοι».
Η προσωπικότητά της χαρακτηριζόταν από τον μαχητικό της χαρακτήρα αλλά και την απαράμιλλη ευγένειά της και την ακούραστη υπηρέτηση του καθήκοντος. Γυναίκα με πολλά ταλέντα, κεντούσε, έπλεκε, μαγείρευε για την οικογένεια αλλά και για τις τακτικές συναθροίσεις που άφησαν εποχή σε ένα ανοιχτό σπίτι, το οποίο σε κάθε εκδήλωση, με την πλήρη επιμέλειά της, ποτέ δεν συγκέντρωνε λιγότερα από 50-70 άτομα. Παρά τον ευρύ κύκλο της, συνειδητά δεν υπήρξε ποτέ κοσμική. Εκτός από την οικογένειά της, που λάτρευε, μαζί με τον σύντροφό της Θόδωρο απολάμβανε ακόμα δύο αστείρευτα πάθη, το διάβασμα και τα ταξίδια.
Η Καίτη μάς αποχαιρέτησε το 2015, χαράματα παραμονής Πρωτοχρονιάς, έχοντας ζήσει πλήρως τη ζωή της. Πέντε χρόνια μετά, το αποτύπωμα της προσφοράς της παραμένει επίκαιρο. Η απουσία της μας θυμίζει πως μορφές με τη μαχητικότητα, το πάθος και την αφοσίωσή της για την αλλαγή της κοινωνίας, για την ισονομία των γυναικών είναι διαρκώς απαραίτητες και μας δείχνουν τον δρόμο για την κατάκτηση δικαιωμάτων μέσα από συλλογικούς αγώνες και όχι με την ατομική καταξίωση μέσα από αξιώματα. Εθελόντρια η ίδια, ανιδιοτελής, δεν παραιτήθηκε ποτέ ώς το τέλος της.
* Συνδικαλίστρια, συνταξιούχος ΟΤΕ, μέλος και πρόεδρος της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών
