Σήμερα αναμένεται να εκδικαστεί στο ΣτΕ η προσφυγή των μελών της Επιτροπής Ανταγωνισμού (Ε.Α.) που κηρύχτηκαν έκπτωτα αμέσως μετά τις εκλογές με κατεπείγοντα νόμο που θέσπισε εκ των υστέρων ασυμβίβαστο για τα εν ενεργεία μέλη της ανεξάρτητης αρχής.
Θυμίζουμε ότι αυτό έγινε με σαφή παραβίαση του Συντάγματος (περί ασυμβίβαστου) αλλά και συγκεκριμένης Ευρωπαϊκής Οδηγίας που απαγορεύει οποιαδήποτε παραβίαση λειτουργίας της Ε.Α. και ειδικά την εκ των υστέρων θέσπιση κριτηρίων για τα ενεργά μέλη της.
Το δε ενωσιακό δίκαιο προβλέπει ότι μέχρι η κάθε χώρα να υιοθετήσει τις οδηγίες δεν πρέπει για κανένα λόγο στο μεταξύ να τις παραβιάζει. Την ίδια θέση είχε εκφράσει εξάλλου και η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής.
Ειδικά κριτήρια (περί μη συγγένειας των μελών της Ε.Α. με βουλευτές) προκείμενου να θωρακίζεται η ανεξαρτησία της Επιτροπής είχε θεσπίσει και η προηγούμενη κυβέρνηση, με τη διαφορά ότι τέθηκαν σε ισχύ μετά τη λήξη της θητείας των μελών της Ε.Α.
Στο σκεπτικό τους τα έκπτωτα μέλη υποστηρίζουν ότι η αλλαγή του Νόμου ήταν προσχηματική και στόχος της ήταν συγκεκριμένα μέλη της επιτροπής και ειδικά η πρόεδρος Β. Θάνου και η αντιπρόεδρος Α. Νάκου. Στη θέση έκπτωτου μέλους, μάλιστα, τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση της Ν.Δ. πρώτου βαθμού συγγενής του προσωρινού προέδρου του ΣτΕ κ. Ράντου.
Παρ’ ότι η εκδίκαση είχε προγραμματιστεί για τις 6 Δεκεμβρίου 2019, για άγνωστους λόγους και με τη δικαιολογία συγκρότησης ειδικής επιτροπής επεξεργασίας ενσωμάτωσης της Ευρωπαϊκής Οδηγίας ζητήθηκε από τον υπουργό Α. Γιωργιάδη η αναβολή της.
Στη δε επιτροπή κατάρτισης του νόμου ορίστηκαν επικεφαλής οι διορισμένοι από την κυβέρνηση πρόεδρος και αντιπρόεδρος της Ε.Α., με ό,τι συνέπειες έχει αυτό για την αντικειμενικότητα της επεξεργασίας, δεδομένου ότι οι συγκεκριμένοι είναι αντικειμενικά (εφόσον αμφισβητείται ο διορισμός τους) οι αντίδικοι των μελών που προσέφυγαν στο ΣτΕ. Αξιοσημείωτο παραμένει ότι η αρμόδια Ευρωπαία επίτροπος δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει τη θέση της.
