Αν η επιδίωξη της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι η διπλωματική και πολιτική απομόνωση της Τουρκίας σε ό,τι αφορά τη συμφωνία Αγκυρας-Τρίπολης πρόκειται για ρεαλιστικό στόχο, δεδομένου ότι η αποκαλούμενη κυβέρνηση εθνικής ενότητας της Λιβύης μοιάζει ετοιμόρροπη, αν και είναι η διεθνώς αναγνωρισμένη.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν η θέση της επίσημης Ελλάδας υπέρ της αντίπαλης παράταξης είναι η εθνικά συμφέρουσα. Διότι με τη διαλυτική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει μετά τον εναντίον της πόλεμο το 2011 (έβαλε και η τότε ελληνική κυβέρνηση το χέρι της), η παλαιόθεν φίλη αραβική χώρα θα μπει σε δρόμο ειρήνευσης μόνο μέσω της εθνικής συμφιλίωσης.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, μήπως η χώρα μας θα έπρεπε να επιδιώξει τη συμμετοχή της στη σύνοδο του Βερολίνου για την επίλυση της κρίσης στη Λιβύη. Από τους μεγάλους διεθνείς παίκτες η Γερμανία διαθέτει τα καλύτερα διαπιστευτήρια να μεσολαβήσει, αφού είχε αρνηθεί την εμπλοκή της στον πόλεμο του ΝΑΤΟ.
Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα: Επιβεβλημένη η διπλωματική εκστρατεία, αλλά η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επίγνωση των ορίων της κρατικής διπλωματίας στην εποχή μας;
Πολύ αμφιβάλλω, διότι η συντηρητική αντίληψη για την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις κατά κανόνα είναι ελιτίστικη και δεν συνυπολογίζει μη κρατικούς δρώντες, όπως η αποκαλούμενη από την Αριστερά «διπλωματία των λαών και πολιτών», η οποία μετράει πολλές επιτυχίες. Η «διπλωματία» αυτή ευνοείται τα μέγιστα από την έκρηξη των μέσων μαζικής επικοινωνίας παγκοσμίως, μετατρέποντας την κοινή γνώμη σε πρωταγωνίστρια των εξελίξεων.
Ούτε γίνεται αναφορά από εκπρόσωπο της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην «άλλη» Τουρκία. Ειδικότερα, αν διαγράφεται κίνδυνος ακόμα και θερμού επεισοδίου με την Αγκυρα, θεωρώ ότι οφείλουμε διαρκώς να απευθυνόμαστε στον λαό της Τουρκίας με το σύνθημα «Η γειτονιά θέλει ειρήνη και φιλία». Φρονώ ότι ο γειτονικός λαός δεν επιθυμεί νέα εμπλοκή της χώρας του σε πολεμικές περιπέτειες, με ανοιχτό το Κουρδικό και πρόσφατη την εισβολή στη Συρία.
Είναι τραγικό λάθος ότι «η Τουρκία δεν αλλάζει», όπως διατείνονται οι εγχώριοι εθνικιστές και πολύ περισσότερο ότι είναι μοιραίο οι δύο γειτονικές χώρες να βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση.
Ας θυμηθούμε ότι μετά την κρίση των Ιμίων, πολλοί στην Ελλάδα δεν περίμεναν εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και δεν υιοθετούσαν την τότε πρόταση του ΣΥΝ για συμφωνία ανάμεσα στις δύο χώρες με στόχο την αμοιβαία και ισόρροπη μείωση των στρατιωτικών δαπανών και εξοπλισμών. Ωστόσο, ήρθε το 1999 η αποκληθείσα «διπλωματία των σεισμών», η οποία διευκόλυνε και την απόφαση της Ε.Ε. στο Ελσίνκι να δεχθεί την Τουρκία ως υποψήφιο μέλος με τη συμφωνία και της Ελλάδας.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη βρήκε στρωμένο καλό δρόμο και στην εξωτερική πολιτική από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όπως δείχνει και η υπογραφή της συμφωνίας για τον East Med.
* μέλους της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ
