Αλήθεια, με ποιους στίχους θα απαντούσαμε σε κάποιον (ξερόλα;) που θα μας ζητούσε να πούμε ένα ποίημα του Καβάφη; Σίγουρα πάντως (θέλω να πιστεύω) δεν θα αναρωτιόμασταν ποιος είναι αυτός. Ε;
Το πρώτο, λοιπόν, που θα σκεφτόμασταν ίσως να ήταν «το μεγάλο ναι και το μεγάλο όχι», και όχι ολόκληρο το ποίημα, αλλά μόνο την προαναφερόμενη φράση. Ισως πάλι να γνωρίζαμε κάτι από τα «Τείχη», κάτι ελάχιστο από τους «Βαρβάρους» και ιδίως την τελευταία στροφή: «Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις…». Τα προαναφερόμενα τα ακούμε ή τα διαβάζουμε συχνά αφού είναι τα αγαπημένα αποσπάσματα ομιλητών και γραφιάδων – και δεν είναι κακό. Αντιθέτως η επανάληψή τους γίνεται μάθηση-ρίζωμα.
Και αν είμαστε μεγάλοι, ηλικιακά στην προκειμένη, σπουδαίοι γενικώς μιλώντας, μπορεί να γνωρίζουμε και δυο-τρεις στροφές από τον «Γέρο»: «Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια/ σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια…
Για εκείνο, όμως, που στοιχηματίζω πως δεν θα ξέραμε ούτε στίχο ούτε στροφή, και αν το ακούγαμε μόνο τον Καβάφη δεν θα σκεφτόμασταν, είναι η «Δέηση». Μήπως έχασα το στοίχημα; Μακάρι.
Κι ήρθε ένας νεαρός από τα «Αποδημητικά Πουλιά», το εφημεριδάκι που κυκλοφορεί με την «Εφημερίδα των Συντακτών» μια φορά τον μήνα, να επιβεβαιώσει αυτό που γνωρίζαμε: ότι από την ποίηση (και όχι μόνο) ο κάθε αναγνώστης κρατάει αυτό που τον εκφράζει και αναζητάει αυτό που του λείπει. Και είναι αυτό που αυτόματα ανακαλεί πότε για να γειάνει τον πόνο της ψυχής του, πότε για να πει λόγια αγάπης και υπαρξιακής αναζήτησης, πότε για να τραγουδήσει τη χαρά του… Πάντως όχι για να κάνει φιγούρα γνώσεων, όπως πολύ συχνά (έως κουραστικά) συμβαίνει στο βήμα της Βουλής.
Ο Ιχτισάμ Χαν, το προσφυγάκι που το παλεύει (και) με τα γράμματα, έγραψε ένα άρθρο γι’ αυτό που αγαπάει περισσότερο: την ποίηση. Μεταξύ λοιπόν των «δικών» του ποιητών (Ραχμάν Μπάμπα, Ικμπάλ, Ρουμί) ανέφερε και τον Καβάφη και πως το αγαπημένο του ποίημα από τον Αλεξανδρινό είναι η «Δέησις»: «Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη./ Η μάνα του, ανήξερη, πηγαίνει κι ανάφτει/ στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί/ για να επιστρέψει γρήγορα και να ’ν’ καλοί καιροί…».
Ναι, αυτό ήξερε και ξεχώριζε ο Ιχτισάμ. Αυτό που μιλούσε για τη μάνα που περιμένει, μπορεί τη δική του μάνα, που της πήρε η θάλασσα τον γιο. Μετανάστη; Πρόσφυγα; Τι σημασία έχουν οι εννοιολογικές (;) διαφορές στις λέξεις, μπροστά στη βιωματική αλήθεια: το παιδί έφυγε αναζητώντας καλύτερη ζωή…
Και κάνει δέηση, παράκληση, σε κάθε γλώσσα, σε κάθε θρησκεία, σε κάθε δύναμη. Ανάφτει κερί στην Παναγιά, «ανάφτει» το είναι της στο προσκυνητάρι των παρακλήσεων…
Αυτό το ποίημα αρέσει στον Ιχτισάμ γιατί βολοδέρνεται, αποδημητικό πουλί, μέχρι να βρει τόπο να φτιάξει τη φωλιά του.
«Ετσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν».
