Ελεύθεροι αναμένεται να αφεθούν οι δύο Κούρδοι δημοσιογράφοι Αμπντουλάχ Γκιρλέκ και Βεντάτ Γκιλέρ μετά την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κομοτηνής που τους επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο ετών με τριετή αναστολή. Η συγκεκριμένη απόφαση, που έχει αναστέλλουσα ισχύ μέχρι την έφεση, δίνει τη δυνατότητα στους δύο αγωνιστές να αποφυλακιστούν εντός ολίγων ημερών μετά και την ολοκλήρωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, ενώ έχουν ήδη συμπληρώσει έντεκα μήνες παραμονής στις Φυλακές Κομοτηνής.
Οι δύο κουρδικής καταγωγής δημοσιογράφοι, ενεργοί στην Αριστερά και το αντιφασιστικό κίνημα, είχαν συλληφθεί κοντά στον Εβρο να μεταφέρουν σε αυτοκίνητο συμπατριώτη, συνάδελφό τους, ο οποίος είχε καταφύγει στην Ελλάδα για να ζητήσει άσυλο.
Κατά τη διάρκεια της δίκης η υπεράσπιση προέταξε τη δράση των κατηγορουμένων και τις δημόσιες τοποθετήσεις τους εναντίον της διακίνησης ανθρώπων, κάνοντας σαφές πως η συγκεκριμένη πράξη προέκυψε στο πλαίσιο του ανθρωπισμού, όταν δυο φίλοι προσέτρεξαν να βοηθήσουν έναν σύντροφό τους, ο οποίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του διωκόμενος, και ζήτησε την αθώωση των κατηγορουμένων, εκ των οποίων ο ένας μάλιστα έχει αιτηθεί πολιτικό άσυλο στη χώρα μας.
Η έδρα δέχθηκε την πρόταση του εισαγγελέα πως δεν υπήρχαν αποδεικτικά οικονομικής συναλλαγής και άλλαξε το κατηγορητήριο, αφαιρώντας την κατηγορία της παράνομης διακίνησης μεταναστών με σκοπό την κερδοσκοπία, ενώ δέχτηκε όλα τα ελαφρυντικά πλην αυτού που ζήτησε η δικηγόρος των δύο δημοσιογράφων για «μη ταπεινά κίνητρα», απορρίπτοντας ουσιαστικά τον ισχυρισμό της υπεράσπισης πως η πράξη έγινε στο πλαίσιο της ανθρωπιστικής αλληλεγγύης.
Στο δικαστήριο βρέθηκαν και αρκετά μέλη αλληλέγγυων από τη Συνομοσπονδία Τούρκων Εργατών Ευρώπης ΑΤΙΚ, αλλά και μέλη της οικογένειας των δύο Κούρδων δημοσιογράφων. Η «Εφ.Συν.» βρέθηκε στην αίθουσα του δικαστικού μεγάρου της Κομοτηνής, παρακολουθώντας τη δίκη, και συνομίλησε με τους παριστάμενους που δήλωσαν απογοητευμένοι από το σκεπτικό της απόφασης του δικαστηρίου το οποίο, παρότι αποδέχτηκε την απουσία οικονομικής συναλλαγής, έκρινε ενόχους τους δύο δημοσιογράφους.
Για την υπόθεση τοποθετήθηκε και ο Ισμαήλ Γιαμάν, πρόεδρος της ΑΤΙΚ –που βρέθηκε στη δίκη ως μάρτυρας υπεράσπισης– με δήλωσή του στην «Εφ.Συν.», κάνοντας λόγο για άδικη απόφαση στο πλαίσιο της ηθικής, παραλληλίζοντάς την με την υπόθεση της Καρόλα Ρακέτε, της καπετάνισσας στην Ιταλία που είχε συλληφθεί και αφέθηκε ελεύθερη πριν από μερικές ημέρες γιατί μετέφερε δεκάδες πρόσφυγες.
«Εμείς πιστεύουμε τους συντρόφους μας ότι είναι αθώοι. Μέσα στις τελευταίες δέκα ημέρες κάναμε και στην Ελλάδα καμπάνια, κάναμε συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, συναντηθήκαμε με τον υπουργό Δικαιοσύνης, είμαστε χαρούμενοι που αποφυλακίζονται οι σύντροφοί μας, αλλά δεν περιμέναμε να φάνε ποινή. Το κύριο ζήτημα είναι νομικό ή ηθικό; Για παράδειγμα, στην Ιταλία μια καπετάνισσα πλοίου για το ίδιο αδίκημα πιάστηκε, αλλά αθωώθηκε. Εδώ, νομικά, δεν υπάρχει πρόβλημα, αλλά ηθικά υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Εδώ οι σύντροφοί μας, οι επαναστάτες, τιμωρούνται επειδή έδειξαν αλληλεγγύη στους συντρόφους τους. Η αλληλεγγύη είναι το όπλο των επαναστατών και των καταπιεσμένων λαών» κατέληξε στη δήλωσή του.
