Οταν ανέτρεξα στο «esos.gr», θυμήθηκα την παροιμία των αρχαίων: «κεραμεὺς κεραμεῖ κοτέει» ή δύο από το ίδιο επάγγελμα δεν συμφωνούν ποτέ. Γιατί τάχα; Στο Δελτίο Τύπου του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, ως προς το 20% της χρηματοδότησης των ΑΕΙ, στους «δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων», με σημείο εστίασης την «ερευνητική δραστηριότητα» των μελών τους, συγκαταλέγεται τόσο ο «αριθμός δημοσιεύσεων ανά καθηγητή» όσο και ο «αριθμός ετεροαναφορών ανά καθηγητή».
Στη συνέχεια, ανέσυρα το νομοσχέδιο για την «Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης», όπως θα μετονομαστεί η «Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση». Στο νομοσχέδιο πλεονάζει αφειδώς η «ποιότητα» ως «υψηλή», «εξαιρετική», υπό «συνεχή βελτίωση» ή «τεκμηριωμένη», μέσω «κριτηρίων» που επιτρέπουν τη «συλλογή των απαραίτητων δεδομένων» με «ενιαίο και αυτοματοποιημένο τρόπο». Ετσι το 20% της τακτικής χρηματοδότησης των ΑΕΙ θα κατανέμεται με «δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων», στους οποίους κεντρική θέση κατέχει ο «αριθμός δημοσιεύσεων ανά καθηγητή» και ο «αριθμός ετεροαναφορών ανά καθηγητή».
Συνεχίζω να απορώ πώς μια τέτοια επίκληση των «Κέντρων Αριστείας» προβάλλει την «ποσότητα» και όχι την «ποιότητα». Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, επιχειρήθηκε και στη χώρα μας να υπαχθεί η «ηθική της αντικειμενικότητας», που κατά παράδοση είχε εγγραφεί στην επιστημονική προσέγγιση του αντικειμενικού κόσμου, στην «ηθική της αποτελεσματικότητας» των ενεργειών, κατά τη φρασεολογία του Max Weber (1919) που είχε χρησιμοποιηθεί σε μια περίοδο «αμερικανοποίησης» των γερμανικών πανεπιστημίων.
Ηταν εντελώς νωπή η συζήτηση για την «Επιτροπή Αξιολόγησης» των ΑΕΙ και ευκρινείς οι συνδηλώσεις που την εισήγαγαν, με την προσφυγή στις «συνθήκες οξύτατου ανταγωνισμού» που φαινόταν να επικρατεί διεθνώς, όταν ο Ν. 2083/92, άρθρο 24, συνέδεσε την «αξιολόγησή» τους («με βάση το επιτελούμενο σε αυτά εκπαιδευτικό, ερευνητικό και διοικητικό έργο») με την κατανομή της «ειδικής» κρατικής χρηματοδότησης, όμως «πέραν της πάγιας» (στην οικεία «Εισηγητική έκθεση» επιπλέον υπογραμμίζεται ότι η «αμοιβαία ενημέρωση» των ΑΕΙ ως προς την «απόδοσή» τους θα συμβάλει στην «ανάπτυξη υγιούς και δημιουργικού ανταγωνισμού μεταξύ τους»).
Πώς, όμως, θα υπάρξει «ορθολογικότερο» σύστημα κατανομής πόρων, όταν τα ποιοτικά κριτήρια (για κριτές και κρινόμενους) δύσκολα καθορίζονται και τα ποσοτικά οδηγούν σε μια άνιση μεταχείριση, ιδίως όταν θα αφορούν ολιγομελείς και αρτισύστατες πανεπιστημιακές μονάδες που θα απαιτούν αυξημένη προστασία και χρηματοδότηση;
Σε κάθε περίπτωση, επιβάλλεται η πρόταξη των αναγκών και όχι της υποτιθέμενης προσφοράς των πανεπιστημιακών Τομέων, των πρωτογενών δηλαδή φορέων της διδακτικής και ερευνητικής παρουσίας των ΑΕΙ. Η αναφορά, τέλος, στο σύστημα Taylor (σε μια περίοδο που τα εργοστάσια των προχωρημένων κεφαλαιοκρατικών χωρών το έχουν υπερβεί) δεν επιτρέπεται να προεξοφλεί «πριμ παραγωγικότητας» σε ένα πεδίο, όπου η ποσοτικοποίηση των δεδομένων δεν έχει κανένα νόημα χωρίς την ποιότητα της πνευματικής δημιουργίας.
Ακριβώς η δημοσιοποίηση της συγκομιδής ενός Τομέα (εδώ βρίσκεται η κρίσιμη αρχή), τόσο ως προς τη στρατηγική της σύλληψη όσο και ως προς την επιμέρους άρθρωσή της, μπορεί να αφήσει πίσω της την πεπατημένη των «evaluation studies» που διολισθαίνει σε μια πρακτική «λογιστών» κατά την επιμέτρηση του «ύψους» της «παραγωγικότητας» («κατά μίμησιν του ετησίως γιγνομένου από τους πραγματευτάς ισολογισμού», σύμφωνα με τη διατύπωση του Κοραή).
Το περίγραμμα των κριτηρίων που, αντίθετα, εισηγούμαστε ονομάζεται στη χεγκελιανή γλώσσα «ποιοτικό ποσόν» («das qualitative Quantum»), ως σύζευξη «ποιότητας» και «ποσότητας» και προφανώς ως δυνατότητα μετατροπής της δεύτερης στην πρώτη. Το πλαίσιο αναφοράς αυτών των κριτηρίων, ως αξιολογική δέσμη εκφορών, καθορίζεται πρώτιστα από τον βαθμό της συνάφειάς του με την πραγματικότητα προς την οποία απευθύνεται.
Ειδικότερα, το συγγραφικό έργο δεν μπορεί να περιοριστεί, μάλιστα, με «αυτοματοποιημένο τρόπο», στον «αριθμό δημοσιεύσεων» και τον «αριθμό ετεροαναφορών». Αν στοιχειοθετείται μια τέτοια σειρά κλιμακούμενων πεδίων αξιολόγησης, για να δοθεί τελικώς κάποιο «πριμ παραγωγικότητας», υποκρύπτεται η αφελής ποσοτικοποίηση των όποιων «δεδομένων» και η παντελής αγνόηση των όρων κυοφορίας της πνευματικής δημιουργίας. Να πάρω ένα παράδειγμα αξιολογικού μέτρου, γνώριμο.
Ο «Citation Index», που είχε για δεκαετίες παγιωθεί στις θετικές επιστήμες, χωρίς να έχει συμβεί το ίδιο στις κοινωνικές, παρά τη βραχύβια ερωτοτροπία, επιφέρει πράγματι ενδοκλαδικό «prestige». Δεν προϋποθέτει, όμως, τη δημοσίευση μιας έστω επαρκούς βιβλιοκρισίας για τον κρινόμενο ερευνητή που διαθέτει σειρά δημοσιευμένων βιβλίων. Ετσι που ο αριθμός των «αναφορών» να διαθέτει ομότροπη λειτουργία προς την επιμέτρηση της ακροαματικότητας των τηλεοπτικών εκπομπών.
Τελευταία, είχαν προστεθεί με τον ίδιο τρόπο οι «citations». Οι computers βέβαια δεν είχαν μάθει να ξεχωρίζουν τις «αυτοαναφορές» ή τις παραπομπές σκοπιμότητας, λόγω «προαγωγών» και φατριαστικής συμπεριφοράς του ακαδημαϊκού σιναφιού. Σε κάποια όμως στιγμή έγινε αντιληπτή η αισθητή μείωση του συνόλου των «αναφορών». Δηλαδή, μέσα από τη διαδικτυακή (και όχι «συμβατική») δημοσίευση των επιστημονικών εργασιών οι περισσότερες υποσημειούμενες αναφορές είχαν τη χρησιμότητα που μόλις ανέφερα. Ολες οι άλλες φάνηκε ότι πλεονάζουν…
* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
