Οι φόβοι για άτακτο Brexit της Βρετανίας, οι ανεπαρκείς συμβιβασμοί που προτείνει στα συνδικάτα για το συνταξιοδοτικό ο Γάλλος πρωθυπουργός Φιλίπ, καθώς και τα σχόλια μερίδας του γερμανικού Τύπου για την επιλογή της Κριστίν Λαγκάρντ στο «τιμόνι» της ΕΚΤ, συνιστούν ορισμένες από τις κυριότερες ειδήσεις που ξεχωρίζουν στα πρωτοσέλιδα του σημερινού διεθνούς Τύπου.
Στη Βρετανία, o Guardian γράφει στο πρωτοσέλιδό του : «Φόβοι για ακραίο Brexit στο πρόγραμμα του πρωθυπουργού για τη Βρετανία» και στο σχετικό ρεπορτάζ επισημαίνει ότι, καθώς ο Μπόρις Τζόνσον παρουσίασε χθες τις βασικές γραμμές της διακυβέρνησης της χώρας για την επόμενη δεκαετία, ανοίγει ο δρόμος για ένα σκληρό Brexit και για σαρωτικές συνταγματικές αλλαγές. Συνολικά, γράφει η εφημερίδα, τα σχέδια του Βρετανού πρωθυπουργού προβλέπουν 30 νέους νόμους. Τονίζει ακόμη ότι οι κινήσεις Τζόνσον διέλυσαν τις ελπίδες αντιμετώπισης με σκληρό τρόπο των ευρωσκεπτικιστών καθώς και αυτές για μια «ήπια» έξοδο της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στη Γαλλία, η Le Figaro έχει πρωτοσέλιδο τίτλο : «Συντάξεις : ο Εντουάρ Φιλίπ παρουσιάζει τους συμβιβασμούς του, αλλά διατηρεί την ηλικία συνταξιοδότησης» με το κύριο άρθρο να τονίζει ότι, κατά τη διάρκεια των χθεσινών συνομιλιών που είχε με εκπροσώπους των συνδικάτων, ο Γάλλος πρωθυπουργός έκανε ορισμένα ανοίγματα προς τους κοινωνικούς εταίρους, χωρίς ωστόσο να οπισθοχωρήσει στο φλέγον ζήτημα της ηλικίας συνταξιοδότησης για την οποία επέμεινε ότι πρέπει να διατηρηθεί στα 64 χρόνια. Γράφει ακόμη ότι τα συνδικάτα έμειναν απογοητευμένα από την έκβαση της συνάντησης και ανακοίνωσαν ότι θα πραγματοποιήσουν μαζικές απεργιακές κινητοποιήσεις στις 9 Ιανουαρίου.

Στη Γερμανία, «ευτύχημα για την ΕΚΤ» θεωρεί την επιλογή της Κριστίν Λαγκάρντ, σε άρθρο γνώμης στην οικονομική εφημερίδα Handelsblatt, ο πρόεδρος του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών DIW Μαρσέλ Φράτσερ. Κατά την άποψη του γερμανού οικονομολόγου, ως πρόεδρος του ΔΝΤ η Λαγκάρντ κατάφερε να αναβαθμίσει διεθνώς τον διεθνή οργανισμό και όχι μόνο: «Με επίπονο τρόπο η ευρωπαϊκή δημοσιονομική κρίση έδειξε το 2010 πόσο καθοριστικό είναι το ΔΝΤ στην αντιμετώπιση της κρίσης. Εθνικές κυβερνήσεις και ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν έχουν τις ικανότητες αλλά και τα μέσα να διαχειριστούν προκλήσεις όπως η κρίση χρέους στην Ελλάδα, τα τραπεζικά προβλήματα σε Ισπανία και Ιρλανδία καθώς και τον πανικό των χρηματαγορών. Η επιλογή της Κριστίν Λαγκάρντ στο τιμόνι της ΕΚΤ προκάλεσε τις αντιδράσεις αρκετών οικονομολόγων που επέκριναν ότι η ίδια δεν είναι οικονομολόγος και δεν προέρχεται από τους κόλπους κεντρικών τραπεζών. Όμως το ενδεχόμενο μειονέκτημά της ενδέχεται να εξελιχθεί σε ισχυρό της χαρτί. Μελλοντικά δεν θα αρκεί μόνο, η ΕΚΤ να λαμβάνει ορθές αποφάσεις στη νομισματική πολιτική. Το μεγάλο πρόβλημα της Φρανκφούρτης δεν είναι τόσο ο πληθωρισμός όσο η έλλειψη εμπιστοσύνης. Δεν είναι λίγοι εκείνοι σε πολιτική, οικονομία και μέσα ενημέρωσης στη Γερμανία που βλέπουν την ΕΚΤ ως μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης. Μια κεντρική τράπεζα χρειάζεται ωστόσο ένα κλίμα εμπιστοσύνης για να πετύχει στην αποστολή της. Θα πρέπει να είναι το ασφαλές λιμάνι, το οποίο χαίρει της εμπιστοσύνης όλων».

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού τις ΗΠΑ τέλος, η Washington Post έχει κεντρικό τίτλο : «Ο χρόνος της δίκης στο κενό καθώς η Πελόζι καθυστερεί την αποστολή των άρθρων στη Γερουσία» και στο σχετικό ρεπορτάζ υπογραμμίζει ότι, χθες το Κογκρέσο παρέλυσε αναφορικά με την παραπομπή του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι δήλωσε ότι, δεν θα αποστείλει στη Γερουσία τα άρθρα της παραπομπής πριν ο πρόεδρος της Γερουσίας, Μιτς Μακ Κόνελ δεν θέσει πρώτα κανόνες για τη δίκη, οι οποίοι θα είναι αποδεκτοί από το Δημοκρατικό Κόμμα.
