Με το ερώτημα να παραμένει μετέωρο για το ποιος «όπλισε» το χέρι του Κώστα Πάσσαρη, με το οποίο σκότωσε εν ψυχρώ τους δύο φρουρούς αστυνομικούς πριν από δεκαεννιά χρόνια στο νοσοκομείο «Γεννηματάς», οι δικαστές του Μικτού Ορκωτού Εφετείου της Αθήνας τον καταδίκασαν χθες τέσσερις φορές σε ισόβια για 4 ανθρωποκτονίες και σε επιπλέον κάθειρξη 49 ετών για επτά απόπειρες ανθρωποκτονίας και ληστείες.
Ωστόσο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έτσι και το Eφετείο δεν εισέφερε κάποια απάντηση στο βασανιστικό ερώτημα των συγγενών των θυμάτων για το «πώς βρέθηκε το φονικό όπλο στα χέρια του κακοποιού την αποφράδα μέρα».
Το δικαστήριο, ενώ επέβαλε ισόβια και πολυετείς καθείρξεις στον ήδη βαρυποινίτη και κρατούμενο των φυλακών της Ρουμανίας, στο πρόσωπο του οποίου δεν αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό, παράλληλα απέρριψε και το αίτημα της πολιτικής αγωγής για διαβίβαση της δικογραφίας στην Εισαγγελία ώστε να διερευνηθεί περαιτέρω πώς ο Κ. Πάσσαρης προμηθεύτηκε το όπλο με το οποίο δολοφόνησε τους Δημήτρη Αλεβιζόπουλο και Αθανάσιο Δρακόπουλο τον Φεβρουάριο του 2001.
Η χθεσινή απόφαση των δικαστών συνέπλευσε με την εισαγγελική πρόταση για την ενοχή του Πάσσαρη κατά το κατηγορητήριο, αλλά και την προμελέτη των εγκληματικών ενεργειών του με απώτερο σκοπό την απόδρασή του. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις. Ηταν ένα οργανωμένο σχέδιο. Το ότι υπήρχε σχεδιασμός αποδεικνύεται από το γεγονός ότι άλλες δύο φορές που τον μετήγαγαν στο νοσοκομείο, επειδή καταλάβαινε ότι δεν μπορούσε να διαφύγει, καθώς τα χέρια του ήταν δεμένα πίσω και όχι μπροστά, άλλαξε γνώμη και είπε στους αστυνομικούς ότι δεν θέλει να εξεταστεί».
Η εισαγγελική λειτουργός αναφέρθηκε και στην εν ψυχρώ δολοφονία της αδελφής της φαρμακοποιού που τον αναγνώρισε φωνάζοντας «αυτός είναι ο Πάσσαρης», αλλά και στη δολοφονία της ιερόδουλης από τη Βουλγαρία, την οποία σκότωσε επίσης επειδή τον αναγνώρισε. Η εισαγγελέας εισηγήθηκε την ενοχή του κατηγορούμενου για τις απόπειρες ανθρωποκτονίας σε βάρος αστυνομικών και πολιτών, ενώ ζήτησε από το δικαστήριο να μετατραπεί η κατηγορία της αρπαγής που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος σε παράνομη βία, αδίκημα πλημμεληματικού χαρακτήρα που έχει παραγραφεί.
Αξίζει να σημειωθεί ότι νωρίτερα χθες το πρωί ολοκληρώθηκε η αποδεικτική διαδικασία με την κατάθεση μιας αυτόπτη μάρτυρα της δολοφονίας των δύο αστυνομικών στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο «Γεννηματάς». «Την ώρα που ήμουν στο νοσοκομείο, δύο αστυνομικοί έφεραν έναν κρατούμενο. Αντίκρισα έναν άνθρωπο-θηρίο, έβριζε, έφτυνε, ήταν αγρίμι. Οι αστυνομικοί με ρώτησαν “πού είναι ο αξονικός τομογράφος”. Αφού τους απάντησα, έφυγαν. Μετά από 3 λεπτά ένιωσα τον αέρα της σφαίρας. Οι πυροβολισμοί έπεφταν βροχή. Επεσα κάτω. Μόλις καταλάγιασαν οι σφαίρες, είδα δύο άνδρες ξαπλωμένους με αίματα. Ημουν σοκαρισμένη…».
«Ηταν ήρεμος, πέρασε από δίπλα μου. Ακούγαμε ουρλιαχτά μετά τους πυροβολισμούς. Κάποιοι φώναζαν “σταματήστε τον”. Κρατούσε όπλο. Το όπλισε μπροστά μου, το έβαλε στο μπουφάν του και προχώρησε γρήγορα για να πάει στην πίσω πλευρά του νοσοκομείου που συνορεύει με το “Σωτηρία”. Σίγουρα, δεν φορούσε χειροπέδες» είπε ένας άλλος μάρτυρας.
