Στη δημοσιότητα δόθηκε η «Ενδιάμεση Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2019» που προβλέπει μεταξύ άλλων το ρυθμό ανάπτυξης που θα κινηθεί η ελληνική οικονομία.
Σύμφωνα με την έκθεση ο ρυθμός ανάπτυξης θα ξεπεράσει το 1,9% φέτος και θα κινηθεί ανοδικά το 2020 και το 2021 κλείνοντας στο 2,4 και 2,5% αντίστοιχα, μακριά από τους στόχους που είχε θέσει προεκλογικά ο πρωθυπουργός.
Η καταναλωτική δαπάνη εκτιμάται ότι θα αυξηθεί με σχετικά ήπιους ρυθμούς, καθώς τα νοικοκυριά αναμένεται να χρησιμοποιήσουν μέρος της αύξησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος για την αποπληρωμή χρεών, ενώ παράλληλα θα αυξηθεί και η αποταμίευση.
Στο δημοσιονομικό μέτωπο σύμφωνα με τα έως τώρα διαθέσιμα στοιχεία, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι θα επιτευχθεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019 και το 2020.
Η έκθεση που κατατέθηκε το πρωί στη Βουλή από τον διοικητή της ΤτΕ, Γιάννη Στουρνάρα, αποδίδει εύσημα στην κυβέρνηση για το «δυναμικό ξεκίνημα» και το «πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και οικονομικών πολιτικών». Τα καλά λόγια δεν περιορίζονται εδώ καθώς υπάρχουν αναφορές για μεταρρυθμιστική προσπάθεια που «έχει ήδη αποδώσει καρπούς» και για πολιτικές «προς τη σωστή κατεύθυνση» που «συμβαδίζουν με τις προτάσεις που έχει καταθέσει η Τράπεζα της Ελλάδος τα τελευταία χρόνια».
Αν και στο εσωτερικό η ΤτΕ εκτιμά πως τα πράγματα πάνε καλά δεν κρύβει την αγωνία της για τους κινδύνους από το εξωτερικό περιβάλλον που «έχουν αυξηθεί» και είναι πιθανό να επηρεάσουν το εσωτερικό καθώς «υπάρχει ενδεχόμενο επιβράδυνσης της ανάκαμψης εξαιτίας του αρνητικού διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος». Παράλληλα, επισημαίνει «κίνδυνο να επέλθει μεταρρυθμιστική κόπωση και να καθυστερήσει η εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων».
Όσον αφορά στις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα επισημαίνεται ότι η κερδοφορία των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει βελτιωθεί. Ωστόσο επισημαίνεται ότι για την αντιμετώπιση των «κόκκινων δανείων» δεν επαρκεί το σχέδιο ΗΡΑΚΛΗΣ, υποστηρίζοντας ότι πέραν της εφαρμογής του σχεδίου θα πρέπει να εξεταστούν και άλλα σχήματα, όπως αυτό που επεξεργάζονται οι υπηρεσίες της Τράπεζας της Ελλάδος, με το οποίο, παράλληλα με το πρόβλημα των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων αντιμετωπίζεται και το ζήτημα της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC).
