Kαταγραφή θεραπευτικών συνεδριών με παιδιά αλλά και βιντεοσκόπηση και ηχογράφηση των λοιπών χώρων όπου κινούνται εργαζόμενοι είναι πρακτικές που εφαρμόζονται στα διάφορα κέντρα ειδικών θεραπειών και οι οποίες εξετάζονται σοβαρά για τη νομιμότητά τους.
Πρώην εργαζόμενη σε γνωστό κέντρο λογοθεραπείας και ειδικής αγωγής μάς περιγράφει πώς έφτασε στο σημείο να παραιτηθεί από τη θέση της και πώς η άρνησή της να «συμμορφωθεί» με τις παράνομες αυτές πρακτικές οδήγησαν σε ένα άτυπο εμπάργκο των ιδιοκτητών αντίστοιχων κέντρων προς το πρόσωπό της. Πιο συγκεκριμένα, εργοδότρια γνωστού κέντρου απέλυσε την εν λόγω εργαζομένη με την πρόφαση της μη συμμετοχής σε νυχτερινή διεπιστημονική ομάδα.
Η Κ.Β. (τα στοιχεία της βρίσκονται στη διάθεση της εφημερίδας) εργάστηκε για δύο χρόνια σε ένα κέντρο παθολογίας λόγου και ομιλίας, ως ψυχολόγος που παρακολουθούσε οικογένειες οι οποίες έχρηζαν υποστήριξης. Η εργαζόμενη καταγγέλλει ότι ο ιδιοκτήτης του κέντρου είχε τοποθετήσει κάμερες 24ωρης παρακολούθησης σε όλους τους χώρους όπου διεξάγονταν οι θεραπευτικές συνεδρίες, στους κοινόχρηστους χώρους, στον χώρο αναμονής, στους διαδρόμους αλλά και στο μπαλκόνι, χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη σήμανση, καθώς και μικρόφωνα σε ορισμένους από αυτούς.
«Οι χώροι θεραπειών παιδιών και οικογενειών οφείλουν σεβασμό και προστασία από συστήματα παρακολούθησης, καθώς η καταγραφή των συνεδριών από τρίτους αντιβαίνει την αρχή του απορρήτου, προσβάλλοντας την ιδιωτικότητα αυτού του τόσο ευαίσθητου πληθυσμού. Με αυτόν τον τρόπο υποβαθμίζεται το έργο του ψυχολόγου, καθώς η καταγραφή των συνεδριών αποτελεί καταπάτηση του απορρήτου της προσωπικής ζωής του λήπτη των υπηρεσιών και της ελευθερίας, αξιοπρέπειας, αυτοκαθορισμού και της αυτονομίας του ατόμου, αφού προσβάλλεται η ιδιωτικότητα της θεραπευτικής/ συμβουλευτικής διαδικασίας.
»Τα παιδιά έβλεπαν τις κάμερες και ένιωθαν ότι παρακολουθούνται, κάτι το οποίο εμπόδιζε τη θεραπευτική διαδικασία. Η καταγραφή αφήνει πολύ χώρο στην ανάπτυξη παρανοϊκού ιδεασμού και δυσχεραίνει το έργο του ψυχολόγου, ένα έργο το οποίο στηρίζεται στην εμπιστοσύνη και την εχεμύθεια. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας των ψυχολόγων, ο ψυχολόγος οφείλει να έχει υψηλό αίσθημα ευθύνης αναφορικά με τις υπηρεσίες που παρέχει και έχει υποχρέωση απέναντι στους λήπτες των υπηρεσιών του να εξασφαλίσει τους κατάλληλους όρους και συνθήκες για τη διεξαγωγή της εργασίας του.
»Με βάση τα παραπάνω προχώρησα στην καταγγελία. Η ύπαρξη καμερών και μικροφώνων αποτελεί απεχθή συνθήκη για την ψυχολογική στήριξη παιδιών και ενηλίκων, καθώς αντιβαίνουν στη θεραπευτική αρχή της ασφάλειας. Οι καταγραφόμενες πληροφορίες μπορούν ανά πάσα στιγμή να γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας από άλλα πρόσωπα και όχι από τον ίδιο τον ψυχολόγο στον οποίο τις εμπιστεύονται. Ετσι, η μέριμνα της διαφύλαξης της ασφάλειας του υλικού που κατέχει και αφορά τους λήπτες των υπηρεσιών είναι επισφαλής» δηλώνει στην «Εφ.Συν.» η Κ.Β., η οποία μάλιστα έχει προχωρήσει σε γνωστοποίηση του θέματος στην Ειδική Επιτροπή Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές του υπουργείου Υγείας, στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αλλά και στον Σύλλογο Ελλήνων Ψυχολόγων.
«Σε ημερίδα που πραγματοποίησε το υπουργείο Παιδείας τον περασμένο Ιούνιο, με θέμα «Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα 679/2016 & Ζητήματα Ειδικής Αγωγής και Ενταξιακής Εκπαίδευσης σε ένα σύγχρονο σχολικό περιβάλλον», η δρ Ευφροσύνη Σιουγλέ, ειδική επιστήμονας και ελέγκτρια πληροφοριών της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, σε σχετική μου ερώτηση παραδέχτηκε ότι οι κάμερες σε χώρους όπου συναθροίζονται παιδιά απαγορεύονται από τον νόμο, καθώς αυτό συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς τους. Και έφερε παραδείγματα ιδιωτικών σχολείων τα οποία είχαν εγκαταστήσει κάμερες σε αίθουσες διδασκαλίας. Η ίδια ανέφερε ότι δεν νοείται κάμερα σε αίθουσα διδασκαλίας ή σε διαδρόμους, μόνο σε εξωτερικούς χώρους, οι οποίες λειτουργούν όταν το σχολείο είναι κλειστό» προσθέτει.
Το «αρχείο ήχου»
Η συνεργασία της με το εν λόγω κέντρο έληξε οριστικά λίγες μέρες αφού της ζητήθηκε να υπογράψει ένα έγγραφο ενημέρωσης για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, όπου γινόταν λόγος για «αρχείο ήχου», κάτι το οποίο οδήγησε την εργαζόμενη στο συμπέρασμα ότι η εταιρεία ηχογραφεί τις συνεδρίες ψυχολογικής υποστήριξης και συμβουλευτικής γονέων, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση.
«Ουδέποτε ενημερώθηκα για την ύπαρξη μικροφώνων στις αίθουσες συνεδριών, γεγονός που ανακάλυψα τυχαία μόνη μου. Μετά την παραίτησή μου, με σχετική επιστολή, ζήτησα από τους ιδιοκτήτες του κέντρου να καταστρέψουν τυχόν αρχεία ήχου και εικόνας από τις συνεδρίες που διεξήγαγα στον χώρο της επιχείρησής τους και μπορεί να είχαν στην κατοχή τους, επισημαίνοντας ότι η επιχείρηση εξυπηρετεί πληθυσμό που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και προστασίας των ευαίσθητων προσωπικών του δεδομένων, θέτοντας παράλληλα ζήτημα νομιμότητας της ύπαρξης και λειτουργίας του συγκεκριμένου συστήματος παρακολούθησης».
Στην ίδια λογική κινείται και η απάντηση της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές του υπουργείου Υγείας, η οποία απάντησε στο έγγραφο που είχε αποστείλει η Β.Κ., και με το οποίο έθετε ζήτημα νομιμότητας της λειτουργίας καμερών και μικροφώνων στους χώρους του κέντρου.
«Η εγκατάσταση και λειτουργία, σε όλους τους χώρους του κέντρου, συστήματος επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας των εξυπηρετούμενων παιδιών και γονέων καθώς και των εργαζομένων επαγγελματιών ψυχικής υγείας στους χώρους εργασίας του ανωτέρω κέντρου συνιστά προσβολή του δικαιώματος στην προσωπικότητά τους και είναι μη νόμιμη» αναφέρει η πρόεδρος της ειδικής επιτροπής του υπουργείου, Μαρία Μητροσύλη, η οποία μάλιστα παρέπεμψε την υπόθεση στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα προς περαιτέρω διερεύνηση και για τις δικές της ενέργειες. Το έγγραφο έχει ημερομηνία 10 Μαΐου 2019 και ενώ έχει προηγηθεί καταγγελία της ίδιας της εργαζόμενης, δεν έχει υπάρξει ακόμη καμία εξέλιξη.
