«Πάτωσαν οι Ελληνες μαθητές», «“Κάτω από τη βάση” οι Ελληνες μαθητές, «“Μετεξεταστέοι” οι Ελληνες μαθητές», είναι ορισμένοι από τους τίτλους που κυκλοφόρησαν χθες, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διεθνούς διαγωνισμού PISA (Programme for International Student Assessment) 2018, που ανακοίνωσε ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης).
Ο διαγωνισμός οργανώνεται κάθε τρία χρόνια και εξετάζει τρεις βασικές δεξιότητες (κατανόηση κειμένου, μαθηματικά, φυσικές επιστήμες), αξιολογώντας τις επιδόσεις με έξι επίπεδα εγγραμματισμού, με το πρώτο επίπεδο να είναι το χαμηλότερο και το έκτο το υψηλότερο.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα αποτελέσματα που ανακοίνωσε ο ΟΟΣΑ, το 69% των Ελλήνων μαθητών βρίσκεται από το επίπεδο 2 και πάνω. Ειδικότερα, στην κατανόηση κειμένου, οι μαθητές συγκέντρωσαν 457 μονάδες, με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ να είναι 487 βαθμοί, στα μαθηματικά 451 μονάδες, με τον μέσο όρο να είναι 489 βαθμοί, και, τέλος, στις φυσικές επιστήμες η επίδοση ήταν 452 βαθμοί, με τον αντίστοιχο μέσο όρο να καταγράφεται στις 489 μονάδες.
Νεοφιλελεύθερες συστάσεις
Τα αποτελέσματα είναι βούτυρο στο ψωμί της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας, που ακολουθεί σαν «ευαγγέλιο» τις ακραία νεοφιλελεύθερες συστάσεις του ΟΟΣΑ και βρίσκει ένα ακόμη άλλοθι για να επιτεθεί στους εμπλεκόμενους στην εκπαιδευτική διαδικασία και –εν τέλει– σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα, ένα σύστημα που πασχίζει να προσφέρει γνώση και αρχές σε αντίξοες συνθήκες και σε πείσμα αυτών που θέλουν να ιδιωτικοποιήσουν περαιτέρω την εκπαίδευση.
Οι θιασώτες της αριστείας θα μείνουν στα αριθμητικά στοιχεία, χωρίς να τους απασχολεί η ισοπεδωτική προσέγγιση του συστήματος, καθώς η παγκόσμια εμβέλεια της εξέτασης παρακάμπτει τα σχολικά προγράμματα της εκάστοτε χώρας και παραβλέπει τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν στις χώρες που συμμετέχουν στον διαγωνισμό.
Οπως άλλωστε έχει περιγράψει γλαφυρά στο παρελθόν τον διαγωνισμό ο πανεπιστημιακός Γιώργος Μαυρογιώργος, «το PISA εισβάλλει ως άλλος επιθεωρητής στα σχολεία δύο φορές (πιλοτική-βασική) στα τρία χρόνια. Με τα δοκίμια αξιολόγησης προωθεί συγκεκριμένη αντίληψη για τη σχολική γνώση, τη διδασκαλία, τη μάθηση, τη σχολική επιτυχία, τον μαθητή κ.ά. και υποδηλώνει ένα σύστημα αρχών, αντιλήψεων και επιλογών που προβάλλουν (και ώς ένα βαθμό επιβάλλουν) αντίστοιχες αρχές στην οργάνωση της ίδιας της εκπαιδευτικής διαδικασίας. […] Τόσο οι χώρες που κατακτούν τα πρωτεία όσο κι αυτές που προσδιορίζονται από το σύνδρομο της τελευταίας θέσης ανταγωνίζονται με κοινό σημείο αναφοράς το “εξεταστικό παράδειγμα” PISA. Αυτό σημαίνει ότι η όλη υπόθεση έχει εξελιχθεί ήδη σε έναν μηχανισμό “παρακυβέρνησης” των εκπαιδευτικών συστημάτων των χωρών που συμμετέχουν, με επιλογή των ίδιων των κυβερνήσεων. Φανταστείτε, κυνηγώντας την πρωτιά, η “προαιρετική” συμμετοχή να έχει ως αποτέλεσμα τη μετατροπή των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών συστημάτων σε φροντιστήρια διεθνούς πατέντας για τη συμμετοχή στο PISA!».
«Ιδεολογικά ψιλά γράμματα» θα πουν οι περισσότεροι εκ των αρίστων, ενώ άλλοι θα αρπάξουν την ευκαιρία για να διαφημίσουν την «πραμάτεια» τους.
«Πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι στην ανάλυση της μελέτης της “ΔιαΝΕΟσις” επί των αποτελεσμάτων των εξετάσεων PISA του ΟΟΣΑ, η οποία υπογραμμίζει τη σημαντική υπεροχή των αποτελεσμάτων των μαθητών των ιδιωτικών λυκείων έναντι των συμμαθητών τους των δημοσίων, αναδεικνύοντας έτσι την ποιότητα του διδακτικού έργου που παράγεται στα ιδιωτικά σχολεία της χώρας, η ηγεσία της ΟΙΕΛΕ “χτύπησε” ξανά, ρίχνοντας για άλλη μια φορά λάσπη στα ιδιωτικά σχολεία», διαβάζουμε στην ανακοίνωση του Συνδέσμου Ιδιωτικών Σχολείων (ΣΙΣ) που εξέδωσε με αφορμή την καταγγελία της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδας (ΟΙΕΛΕ), ότι στις περσινές πανελλαδικές εξετάσεις πολλοί μαθητές ιδιωτικού σχολείου της Δυτικής Αττικής εξετάστηκαν προφορικά με τους φυσικά αδύνατους, δηλώνοντας μαζικά ότι έχουν πάθει τενοντίτιδα, με αποτέλεσμα να βαθμολογηθούν επιεικέστερα ειδικά σε μια χρονιά που τα θέματα ήταν ιδιαίτερα απαιτητικά.
