ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κ. ΚΑΛΛΩΝΙΑΤΗΣ*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οποιουδήποτε του έχει τύχει να πέσει σε θαλάσσιο ρεύμα, γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι ανθρωπίνως αδύνατο να κολυμπήσει αντίθετα στη φορά του. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την ελληνική οικονομία, για την οποία ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ κ. Γκουρία έχει προειδοποιήσει ότι «κολυμπά κόντρα στο ρεύμα της παγκόσμιας οικονομίας». Αυτό πρακτικά σημαίνει πως, εφόσον συνεχιστεί η διεθνής οικονομική επιβράδυνση, η ελληνική οικονομική ανάκαμψη το πιθανότερο είναι να ρετάρει.

Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο οι εκτιμήσεις της κυβέρνησης για την ανάπτυξη το 2019 (2%) όπως και οι προβλέψεις της για το 2020 (2,8%) –τις οποίες μάλιστα έχει χαρακτηρίσει συντηρητικές– είναι υπερβολικά αισιόδοξες και μάλλον ανέφικτες αν κρίνουμε από τις ώς τώρα επιδόσεις και τα αποτελέσματα των τελευταίων μηνών (πέραν του α’ εξαμήνου) στους τομείς του λιανικού εμπορίου όπου σημειώνεται κάμψη, αλλά ακόμη και της βιομηχανικής παραγωγής, των εξαγωγών, της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας και των εισροών ξένων άμεσων επενδύσεων όπου καταγράφεται σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού επέκτασής τους σε ετήσια βάση.

Μάλιστα με τις τελευταίες προβλέψεις της για μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 2% στην Ελλάδα (1,8% το 2019, 2,3% το 2020 και 2% το 2021) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδεικνύει πόσο εξωπραγματικές ήταν τόσο οι προεκλογικές υποσχέσεις της Ν.Δ. για 4% μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης στην τετραετία όσο και οι νέες «συντηρητικές» εκτιμήσεις της ως κυβέρνησης για 2% και 2,8% μεγέθυνση το 2019 και το 2020, αντίστοιχα.

Δεδομένου ότι σε παρόμοιες προβλέψεις για περιορισμό του πήχη των αναπτυξιακών προσδοκιών στο μισό (από 4% σε 2% κατά μέσον όρο) τα επόμενα χρόνια έχουν οδηγηθεί διεθνείς οργανισμοί (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ), ξένες τράπεζες και επιστημονικά ινστιτούτα, εύλογα ανακύπτει το ερώτημα αν η απότομη αυτή προσγείωση μπορεί να αποδοθεί μόνο στις επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής δυστοκίας ή αν μέρος της ευθύνης φέρει και η νέα οικονομική πολιτική σχεδόν μονοσήμαντης στήριξης των επιχειρηματικών κερδών και τραπεζικών συμφερόντων που εφαρμόζει η κυβέρνηση της Ν.Δ.

Γιατί ανεξάρτητα από τον οριζόντιο χαρακτήρα μιας σειράς φορολογικών ελαφρύνσεων και τις θεσμικές αλλαγές στην αγορά εργασίας που ευνοούν δυσανάλογα τους εργοδότες σε βάρος των μισθωτών, όταν η κυβέρνηση π.χ. διατηρεί αμείωτο το αφορολόγητο αλλά καθιστά πολύ δυσκολότερη την επίτευξή του ή όταν μειώνει τον ΕΝΦΙΑ αλλά αυξάνει συγχρόνως τις αντικειμενικές αξίες, τότε αυτό που διατηρεί ή δίνει με το ένα χέρι το παίρνει πίσω με το άλλο…

Βεβαίως, η κυβέρνηση έχει θέσει ως απόλυτη προτεραιότητά της την ισχυρή αύξηση των επενδύσεων ως βασική προϋπόθεση για την επιτάχυνση των ρυθμών ανάπτυξης. Γι’ αυτό και λαμβάνει όλα τα μέτρα εκείνα που αυξάνουν την κερδοφορία των επιχειρήσεων. Οπως, όμως, λέγει η λαϊκή σοφία, «μπορείς να οδηγήσεις ένα άλογο στην όχθη του ποταμού, δεν μπορείς όμως να το αναγκάσεις να πιει νερό». Και υπάρχουν πολλοί παράγοντες ικανοί να αποτρέψουν το περίφημο «επενδυτικό τσουνάμι» που σχεδιάζει η κυβέρνηση, όπως είναι η κάμψη της εξωγενούς και εγχώριας ζήτησης, ο γεωπολιτικός κίνδυνος, η πολιτική και κοινωνική αστάθεια και οι χρόνιες δομικές αδυναμίες της οικονομίας, η αντιμετώπιση των οποίων απαιτεί χρόνο.

Σε κάθε περίπτωση «το θεμελιώδες πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι το πάρα πολύ χαμηλό ύψος των επενδύσεων», όπως ισχυρίζεται ο υφυπουργός Δημοσιονομικής Πολιτικής Θ. Σκυλακάκης (22/10/2019) προτάσσοντας την αλόγιστη αύξησή τους, αλλά η εξαιρετικά ισχνή παραγωγική βάση (μικρό μέγεθος γεωργικών εκμεταλλεύσεων και βιομηχανικών μονάδων) και η στρεβλή οικονομική διάρθρωση της χώρας (μεγάλη εξάρτηση από μαζικό τουρισμό, παραοικονομία/αυτοαπασχόληση, επενδύσεις σε κατοικίες και αναποτελεσματικό χρηματοπιστωτικό σύστημα). Καταστάσεις δηλαδή που διαμόρφωσε το πολύ υψηλό επίπεδο των προ κρίσης άναρχων και στρεβλής κατεύθυνσης επενδύσεων.

Με άλλα λόγια, το να επιζητείς να αυξήσεις με κάθε τρόπο τις επενδύσεις (π.χ. με φορολογικά κίνητρα τόνωσης της οικοδομικής δραστηριότητας) ως θεραπεία στην ασθενική ανάπτυξη της οικονομίας, χωρίς αναπτυξιακό σχέδιο και προσαρμοσμένα σ’ αυτό κίνητρα, σημαίνει την επανάληψη των εσφαλμένων επιλογών του παρελθόντος, ή αλλιώς την επιστροφή στην «κανονικότητα» μιας μη βιώσιμης ανάπτυξης.

Ασφαλώς χρειαζόμαστε περισσότερες επενδύσεις, αλλά επενδύσεις που να παράγουν αξία, να ενισχύουν την παραγωγική δραστηριότητα και τεχνογνωσία, επενδύσεις που να δημιουργούν υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντα και υπηρεσίες προσφέροντας ποιοτικές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Με δυο λόγια, επενδύσεις που να αλλάζουν τον παραγωγικό ιστό της οικονομίας, ενισχύοντας συγχρόνως την κοινωνική συνοχή και την περιβαλλοντική προστασία ώστε να επιτυγχάνεται ο στόχος της δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης.

Δυστυχώς, τα μέχρι τούδε μέτρα πολιτικής της κυβέρνησης δείχνουν να μην υπηρετούν ή να υπηρετούν λειψά τον στόχο αυτό.

* Επιστημονικός συνεργάτης του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ