ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Μετρημένες οι μέρες της ζωής της. Τις είχε συνδέσει με την ευτυχία. Την πλήρη. Ή την ελάχιστη». Είναι η Φρίντα Λιάππα, στο βιβλιαράκι της «1964-1988», που έβγαλε το 1991, σε περιορισμένο αριθμό (μόλις 200 αντίτυπα), πιθανότατα για φίλους. Μετρημένες οι μέρες, προφανώς για την ίδια, αφού τρία χρόνια αργότερα –29 Νοεμβρίου 1994 (πριν από 25 χρόνια)– έφυγε από τη ζωή, πρόωρα, χτυπημένη από καρκίνο, στα 46 της.

Ενα πολυτάλαντο άτομο: Δημιουργός κινηματογραφικών και τηλεοπτικών ταινιών, ποιήτρια, πεζογράφος, συν πολιτικοποιημένη – δηλωτικά τού τι άλλο, πέρα από ό,τι πρόλαβε, θα μπορούσε να κάνει, αν τις χαρίζονταν μερικά ακόμα χρόνια ζωής.

«Ηταν ένα εξαιρετικά ευαίσθητο πλάσμα, με μια τρομερή μαχητικότητα από την άλλη πλευρά κι ένα τρομερό πείσμα για πράγματα τα οποία έκανε. Είτε έκανε ταινίες είτε ο τρόπος που ντυνόταν, δυναμική μέσα σ’ ένα χώρο κυρίως αντροκρατούμενο», λέει ο Κυριάκος Αγγελάκος, που υπήρξε σύντροφός της, σε εκτενή συνέντευξη στο «Lifo» (στην Αργυρώ Μποζώνη, Νοέμβριος 2011).

Της δράσης

Γεννημένη το 1948 στη Μεσσίνη, γράφτηκε στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, οπότε δεν άργησε να συμμετάσχει στα γεγονότα της εποχής και να γίνει μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη. Με το χουντικό πραξικόπημα παίρνει μέρος στον αντιδικτατορικό αγώνα, για να συλληφθεί τον Μάιο του 1968. Φυλακές Αβέρωφ, δίκη έξι μήνες αργότερα, μαζί με άλλους αντιστασιακούς του «Ρήγα Φεραίου», καταδίκη 6 χρόνων με αναστολή, διαγραφή από το πανεπιστήμιo (ένα από τα μέτρα της χούντας κατά των φοιτητών που «σήκωναν κεφάλι») και αφαίρεση διαβατηρίου.

Τότε ήταν που αρχίζει η σχέση της με τον κινηματογράφο, ως βοηθός του Παντελή Βούλγαρη στην ταινία «Το προξενιό της Αννας». Και η πρώτη της ταινία μικρού μήκους: «Σαράντα μέρες. Μετά» (1972). Κάποια στιγμή ξαναπαίρνει το διαβατήριό της και ταξιδεύει στο Λονδίνο, όπου παρακολουθεί μαθήματα στο London Film School και στη συνέχεια ταξιδεύει ανά την Ευρώπη. Με την πτώση της χούντας επιστρέφει στην Ελλάδα, τελειώνει το πανεπιστήμιο και ρίχνεται σε αυτό που αγαπάει περισσότερο.

Στα χρόνια που ακολουθούν και ώς το τέλος της, η Φρίντα Λιάππα προλαβαίνει να κάνει τις ταινίες: Μικρού μήκους (πλην εκείνης του 1972): «Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις» (1977), «Απεταξάμην» (1980). Και μεγάλου μήκους: «Οι δρόμοι της αγάπης είναι νυχτερινοί» (1981), «Ηταν ένας ήσυχος θάνατος» (1986), «Τα χρόνια της μεγάλης ζέστης» (1991) – οι περισσότερες με βραβεία και επαίνους, εδώ και στο εξωτερικό.

Παράλληλα, συνεργασίες με την τηλεόραση, μεταξύ άλλων και στο «Παρασκήνιο» (όπου είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ, ως δημοσιογράφος, μαζί της σε πέντε εκπομπές και να εκτιμήσω το ταλέντο, τη γνώση, την αποδοτιικότητά της). Και ακόμα βιβλία – ποιήματα, πεζογραφήματα και σχέδια που δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει.

Με την Τώνια

Η Φρίντα υπέστη και μια ταλαιπωρία με την τελευταία της ταινία «Τα χρόνια της μεγάλης ζέστης», όταν ο τότε σύμβουλος κινηματογραφίας στο υπουργείο Πολιτισμού Απόστολος Δοξιάδης ζήτησε να εξαιρεθεί από τα κρατικά βραβεία, με την κατηγορία της κακοποίησης ενός παιδιού που συμμετείχε στην ταινία.

Δημιουργήθηκε θέμα, αλλά η Λιάππα είχε πολλούς και ισχυρούς υποστηρικτές, με επικεφαλής τη Μελίνα. Τελικά απαλλάχτηκε με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Και ήταν τότε που είχε γίνει γνωστό ότι είχε χτυπηθεί από την αρρώστια….

Η Φρίντα τιμήθηκε αρκούντως και μετά τον θάνατό της, με τις ταινίες της να εκτιμώνται ως αντιπροσωπευτικές του νεότερου ελληνικού κινηματογράφου. Μια αίθουσα φέρει τ’ όνομά της στην Αποθήκη Δ στο Λιμάνι Θεσσαλονίκης. Μια δεύτερη αίθουσα φέρει τ’ όνομα της εξαιρετικής συναδέλφου και φίλης της Τώνιας Μαρκετάκη, που έφυγε κι αυτή πρόωρα από τη ζωή, λίγο πριν από τη Φρίντα – 26 Ιουλίου 1994, στα 52 της. Δυο οδυνηρές απώλειες για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Θα κλείσω με μερικές ακόμη γραμμές από το βιβλιαράκι της Φρίντας, με το οποίο ξεκίνησα το παρόν κείμενο: «Με μόνο οδηγό το ένστικτο. Το μάτι της καρδιάς». «Είχε μπει πλέον στην ηλικία που άρχιζε να την προδίδει το σώμα της. Πλησίαζε το χρόνο των εννοιών. Ο καιρός της κατανόησης αργούσε ακόμα». «Λέμε αδήριτος ανάγκη. Μπορώ να πω αδήριτος μοναξιά;»